Περιοδικό Ήχος & Hi-Fi #211 - Οκτώβριος 1990

ΠΟΡΤΡΕΤΑ ΣΤΙΧΟΥΡΓΩΝ

ΤΖΙΜΗΣ ΠΑΝΟΥΣΗΣ

«Δεν έχω φτιάξει τραγούδια που θα ακούγονται σε πυρηνικά καταφύγια»

Με τον Τζίμη Πανούση πρέπει να κρατάς το ρόλο του «απαθούς». Και τούτο διότι μέσα από τον παροξυσμικό του λόγο σε παρασέρνει να τον μιμηθείς. Και τότε όλα ακυρώνονται, όλα υπονομεύονται. Πρέπει κάποιος μ’ άλλα λόγια να «παριστάνει» το «λογικό», το «μετρημένο», τον «υπομονετικό» για να μπορέσει να λειτουργήσει το σαρκαστικό δαιμόνιο αυτού του ιδιότυπου τραγουδοποιού που συγκεραίνει στο ιδίωμά του κάτι από τον Αριστοφάνη, τα βωμολοχικά των Ρωμαίων, την Comedia del arte, τον Καρασκιόζη. Συχνά έχω την αίσθηση ακούγοντας τον Τζίμη Πανούση ότι η επικαιρότητα δεν τον «τρέφει», αλλά τον «τρώει». Δηλαδή η μέριμνά του, η αγωνία του είναι να μιλήσει πέρα από το καταναλώσιμο και το καταναλωτικό, χρησιμοποιώντας όμως ως πρώτη ποιητική ή μουσική ύλη ό,τι πιο μαζικά ευτελές υπάρχει, σαν τους «ρακοσυλλέκτες» εικαστικούς της ποπ-αρτ. Έτσι σαρκάζοντας εαυτόν και αλλήλους, υπερβαίνει την ατομική περίπτωση του τραγουδοποιού-κομπέρ και συχνά μεταμορφώνεται στην τραυματισμένη συλλογική μας συνείδηση όπου όλα στο παρά πέντε σώζονται ή αθωώνονται.

Του Μισέλ Φάις

Το να παραθέσεις ορισμένα εργογραφικά στοιχεία για τον Τζίμη Πανούση καταντά ιλαροτραγικό. Έτσι τον αφήνουμε να μας αυτοσκιαγραφηθεί.

«Γεννήθηκα πίσω από το γήπεδο του Παναθηναϊκού στους Αμπελοκήπους και μεγάλωσα στο Παλαιό Ψυχικό-κυριλέ. Από φτωχή οικογένεια αριστερών με διωγμούς και τα λοιπά. Το αριστερό σαράκι με κατατρώει μέχρι σήμερα που μιλάμε και ελπίζω κάποτε να το αντικαταστήσω από θρησκευτικό. Γεννήθηκα το 1954, έχω καβαλήσει τα 36 χρόνια. Καλλιτεχνικά ξεκίνησα έξι μηνών, το 1954. Η μάνα μου υποστηρίζει ότι υπήρξα παιδί-θαύμα. Μάλιστα περπάτησα και μίλησα τόσο γρήγορα που οι άλλες μανάδες παίρναν τα παιδιά τους από κοντά μου γιατί νομίζαν πως είμαι νάνος επειδή μιλούσα από τόσο μικρός. Μετά έπαιξα Καραγκιόζη όταν έγινα έξι χρονών σ’ ένα σπίτι στο Χολαργό όπου στεγαζόταν ένα ίδρυμα για παιδιά με ειδικές ανάγκες. Τα μογγολάκια με λατρεύανε πραγματικά με τις φιγούρες που έφτιαχνα από εξώφυλλα περιοδικών, από πολιτικούς και καλλιτέχνες της εποχής. Στην εφηβεία μου έπαιζα τον καλό μαθητή στο γυμνάσιο, προς το τέλος έπαιζα τον κακό, τον πολύ κακό. Μετά μπήκα στη Νομική της Θεσσαλονίκης. Το Πανεπιστήμιο το είδα μέρα μια δυο φορές στα πέντε χρόνια που έμεινα, γιατί το σπίτι που έμενα είχε καλά ρολά που κλείνανε περίφημα και κοιμόμουν ως το απόγευμα. Είναι από τις χειρότερες περιόδους της ζωής μου. Ήταν το τέλος της χούντας. Είχα αρκετά φασιστοειδή βλαχαδερά εκεί. Μας δυσκολεύανε λίγο. Φρίκη. Πτυχίο δεν θυμάμαι αν πήρα τελικώς. Αλλά και καταλήψεις. Πέντε έξι μήνες μόλις πρωτοπήγα έμενα από δω κι από κει. Μετά κάποια στιγμή δούλεψα μια διετία στο Κεντρικό Λογιστήριο της Εθνικής Τράπεζας. Έπαθα όμως μια αλλεργία και παραιτήθηκα. Και άρχισα να δουλεύω σε ταβέρνες παίζοντας κιθάρα με κάτι φίλους, ρεμπέτικα. Μετά πέρασα στο ροκ.

Το 1979 έβγαλα μια κασέτα μόνος μου «Ο Τζιμάκος και οι Μουσικές Ταξιαρχίες-Δίσκος Τσουτσούνι». Ηχογράφησα την κασέτα μόνος. Πήγε πάρα πολύ καλά, τόσο που δεν μπορούσα να τη διαθέσω μόνος μου. Μετά το ’80 κάναμε το δίσκο «Μουσικές Ταξιαρχίες» από την Κολούμπια, και τον επόμενο χρόνο «Αν η γιαγιά μου είχε ρουλεμάν». Το ’83 «Κάγκελα παντού», «Χημεία και Τέρατα» και το τελευταίο μου «Η Ζάλη των Τάξεων» που είναι βιβλίο-κασέτα. Και τώρα ετοιμάζω μια σαπουνόπερα «Μικρέ μου οράπη» που θα κυκλοφορήσει από έναν καινούργιο εκδοτικό οίκο που λέγεται «Όπερα».

Σε ορισμένα τραγούδια σου υπάρχει η εξής «αντινομία»: Στίχοι επιθετικοί, σαρκαστικοί, «κυνικοί», να επενδύονται με μια μουσική μπαλάντα, λυρική αλλά και το αντίστροφο. Αυτό είναι κάτι που συμβαίνει συνειδητά ή ερήμην σου;

Και αυτό όπως όλα τα πράγματα στη ζωή μου συμβαίνουν ερήμην μου. Έχω φιλοδοξίες κι εγώ, όπως κάποτε να μεγαλώσω, να επαγγελματιστώ προσανατολιστικά, να μπορέσω να εκφραστώ συνειδητά. Προς το παρόν παραμένω ασυνείδητος, κυνικός και πολύ ευαίσθητος.

Θα μπορούσες να χωρίσεις θεματικά και υφολογικά τη στιχοποιία σου σε περιόδους;

Μ’ αρέσει πάρα πολύ αυτό το «στιχοποιία» γιατί μου θυμίζει την τοιχοποιία, τουβλοποιία... ένα σίγμα να αφαιρεθεί... θα με εξέφραζε καλύτερα. Γιατί κατά βάθος ένας εργάτης είμαι κι εγώ, ντουβάρια να φτιάχνουμε να τα γκρεμίζουμε. Ένας εργάτης όμως όχι του πνεύματος, κουλτουριάρικα δηλαδή, αλλά του πνεύματος με την έννοια του χιούμορ. Αυτό που λέμε. «Αυτός έχει πνεύμα».

Για να γίνω τώρα πιο κατανοητός θα μπορούσα να σου αναφέρω έναν άλλο άνθρωπο με πνεύμα: Τον Βύρωνα Πολύδωρα. Είναι το αντίθετο βέβαια από μένα. Τον χαίρομαι ωστόσο τον άνθρωπο γιατί ανέβηκε τη σκάλα της αξιοκρατίας. Φιλοδοξώ εννοείται να του μοιάσω. Παλαιότερα θυμάμαι μας έφερνε πάγο στο σπίτι ο Βύρων, ήταν μπακάλης ο αδελφός του. Εγώ προσώρας έμεινα στη στιχοποιία.

Αν μπορώ τώρα να την χωρίσω σε περιόδους... Ναι, οπωσδήποτε. Όταν ας πούμε έχει περίοδο η ερωτική μου σύντροφος πάντα λόγω της στέρησης της σεξουαλικής κάτι θα γράψω. Δηλαδή στις περιόδους της έμμηνης ρήσης κάτι θα γράψω, και θα σκίσω, να παθαίνω μια έξαρση...

Σε άλλες περιόδους, καλοκαίρια, χειμώνες;

Ναι, το καλοκαίρι ιδίως. Σε παραλίες, σε φαστ-φουντ, σε μπαράκια δεν πηγαίνω ό,τι μου διηγούνται οι φίλοι μου το πρωί, γιατί εγώ είμαι σπιτόγατος, αλλά γατιά, σκυλιά μακριά από μένα. Είμαι εχθρός ορκισμένος της φιλοζωίας. Δεν θα δεις ποτέ να αναφέρονται τα τραγούδια μου σε ζώα. Θεματικά δηλαδή κινούμαι σε τομείς σεξοπολιτικούς με στοιχεία νησιώτικα. Δηλαδή ο μπάλος με εκφράζει απόλυτα. Το όραμα μου είναι τα 9/8, όπως άλλοι έχουν το ’92 ή το ’96, εμένα μου βγήκε κλάσμα. Η φιλοδοξία μου είναι κάποτε να ακουμπήσω σ’ αυτόν το ρυθμό, να τον αναλύσω, να τον σπάσω και να δημιουργήσω κάτι το νέο, το ελληνικότερο. Ψάχνομαι, ψάχνομαι... πάντα στα ελληνικά ακούσματα, που είμαι αισιόδοξος ότι σε λίγο θα σαρώσουν όλα τα τοπ Ευρώπης και Αμερικής.

Θα μπορούσε κάποιος να πει ακούγοντας τα τραγούδια σου ότι το κύριο μέλημά σου είναι να μιλήσεις, να πεις κάποια πράγματα και δευτερευόντως ή τριτευόντως να γράψεις μουσική;

Αλήθεια είναι αυτό, όχι τριτευόντως, χιλιευόντως. Τη σιχαίνομαι τη μουσική. Μ’ ενδιαφέρουν πράγματα που δεν γνωρίζω, που τα αγνοώ. Όταν λέω ότι δεν μ’ ενδιαφέρει η μουσική, τη μισώ. Είναι τόσο μεγάλη η ένταση που φτάνω σε κρίση πάθους. Έτσι πολλές φορές βουρκώνω με τραγούδια...

Όπως πιο συγκεκριμένα;

Να, με τα τραγούδια του Καζαντζίδη, του Άκη Πάνου, με το κλαρίνο του Σαλέα, παλαιότερα των Doors... τα αγαπώ μέχρι δακρύων γι’ αυτό κάνω κριτική, κι επειδή η καλύτερη άμυνα είναι η επίθεση τα μισώ.

Πώς κρίνεις το φαινόμενο ευρύτερα οι άνθρωποι του τραγουδιού να έχουν άποψη επί παντός επιστητού και να διαμορφώνουν, μάλιστα τη λεγόμενη γνώμη στην Ελλάδα;

Η άποψή μου για την «κοινή γνώμη» κατ’ αρχάς είναι ότι είναι αγοραία, είναι πόρνη, μ’ όλα τα καλά και τα κακά της. Τώρα για τους συναδέλφους κι εγώ μέσα σ’ αυτούς- που καλούμαστε να πούμε διάφορα πράγματα για τη ζωή, για την πολιτική, για την τέχνη... διαφωνώ.

Για να το πω απλούστερα: Μας έδωσε ένα ταλεντάκι ο πανάγαθος να γράφουμε κάτι στιχάκια και κάποιες μουσικούλες. Το να καβαλήσεις το καλάμι και να λες διάφορα πράγματα νομίζω ότι είναι βλακεία. Εν κατακλείδι διαπιστώνω στους συναδέλφους μια έπαρση και ένα άγχος για τη δημοσιότητα που το πληρώνουν με ουίσκι, με ψυχοφάρμακα και τα τέτοια. Εγώ ακόμη δεν το έχω πάθει κι ελπίζω να τη γλιτώσω. Μην ξεχνάς ότι είμαι σε μια περίεργη ηλικία -στα 35, 36- όπου όπως διαπιστώνω από αλλοδαπούς αλλά και από ιθαγενείς καλλιτέχνες του χώρου παθαίνεις ένα πατατράκ που με γυροφέρνει και μένα... από το να γίνεις κομμωτής, χριστιανός, διάφορα πράγματα. Βέβαια εγώ τα έχω περάσει όλα αυτά στην παιδική μου ηλικία, μόνο μαγουλάδες δεν πέρασα και τις φοβάμαι γιατί λένε ότι χτυπάνε στους όρχεις. Ξέρεις, όρχεις, από όρχηση, ορχήστρα, ενορχήστρωση που λένε.

Μίλησέ μου λίγο για το «στιχουργικό εργαστήρι» σου. Δουλεύεις παραλλήλως, προκαταβολικά ή εκ των υστέρων τους στίχους σου σε σχέση με τη μουσική;

Όχι δεν τα ξεχωρίζω αυτά τα πράγματα, εξάλλου δεν είμαι μουσικός με την κλασική έννοια, δηλαδή κάνω τραγούδια. Όταν παίρνω την κιθάρα μου ή τώρα τελευταία που παίζω με τα συνθεσάιζερ -αυτά τα μηχανήματα του διαβόλου- βγαίνουν μαζί στίχος και μελωδία.

Δεν σου έχει τύχει ποτέ δηλαδή να γράψεις κάτι και να το επενδύσεις μετά μουσικά;

Όχι ποτέ. Το αντίστροφο μου έχει συμβεί. Θα το κάνω όμως κι αυτό, που θα μου πάει...

Ποια από τραγούδια σου πιστεύεις ότι θα μείνουν;

Εννοείς θα μείνουν μεταξεταστέα; Ειλικρινά δεν ξέρω, να μείνουν καλά αλλά για πόσα χρόνια λέμε. Δεν έχω φτιάξει τραγούδια για να ακούγονται σε πυρηνικά καταφύγια, που πιστεύω ότι θα είναι το εγγύς μέλλον. Εκεί θα σαρώνανε Νταλάρας, τέτοια πράγματα. Πιστεύω δηλαδή ότι ο Νταλάρας θα πιάσει όλα τα τοπ των πυρηνικών καταφυγίων. Επειδή ο άνθρωπος βλέπει μακριά: Αναλύσεις, διεθνισμό, ιδεολογικοπολιτικά συστήματα... προχωρημένα πράγματα.

Πώς θα χαρακτήριζες το μουσικό είδος που υπηρετείς;

Βασικά είμαι υπηρέτης του δημοσίου θεάματος. Λίγο σαν Φιλιππινέζα, λίγο σαν μαϊτρ, αναλόγως πως αντιδρά το κοινό. Το βασικό χαρακτηριστικό αυτού είναι ότι νιώθω εξαιρετικά επίκαιρος και εφήμερος. Δηλαδή όταν βγάζω ένα δίσκο λέω πως θα είναι πάντα ο τελευταίος και αυτή η δουλειά επαναλαμβάνεται συνεχώς.

Στο μεταξύ όμως ασχολούμαι και με διάφορα άλλα πράγματα: Κάνω κολάζ, γράφω σενάρια, βιβλία, εκπομπές για το ραδιόφωνο. Τσαλαβουτάω γενικά σ’ όλα τα είδη της τέχνης.

ΑΝΕΚΔΟΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

«Ένα γυναικείο τραγούδι»

Σαν φεγγαράκι θα σου δείχνω μόνο φάτσα
Δεν θα γυρίζω την πλευρά τη σκοτεινή
Γιατί είναι το κορμάκι μου ταράτσα
να μου απλώνεις της μπουγάδας σου τα σκοινιά.

Πάρε τα λόγια σου τα φωταγωγημένα
και τα τραγούδια με τις λέξεις τις φτηνές.
Δεν είσαι τίποτα αγόρι μου για μένα.
Σ’ αναβοσβήνω (δις) σαν τις λάμπες
τις κοινές.

Έχει γυρίσματα ο χρόνος και τουμπάρει
κι οι καλικάντζαροι πετούν στον ουρανό
Το μαύρο δέντρο που κρατάει το ντουβάρι
γυρνάει ανάσκελα με ρίζες στο κενό.

Πόσο να σκύψω, πόσο να πλήξω
θα το πατήσω το κουμπί και θα σας κλείσω.

Υπάρχουν κάποιοι Έλληνες στιχουργοί ή ποιητές που σε έχουν επηρεάσει ως στιχουργό;

Μ’ έχει επηρεάσει όλη η ευτυχία του ελληνικού τραγουδιού και η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου ειδικότερα. Ο Βαμβακάρης μου πάει πολύ σαν στιχουργός, ο Τσιτσάνης, ο Τσάντας, ο Βασιλειάδης, ο Ζαμπέτας σαν μουσικός, και τα δημοτικά, ειδικά όμως τα νησιώτικα με συναρπάζουν...

Και οι ποιητές;

Δε θυμάμαι τα ονόματα, έχω πρόβλημα... τα κλασικά, ξέρεις τώρα...

Οι νομπελίστες δηλαδή ποιητές μας, Σεφέρης, Ελύτης;

Όχι, δεν θα έπαιρνα. Ο Εγγονόπουλος, η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, ο Σωτήρης Κακίσης μου αρέσουν. Υπάρχει όμως και μια παραγνωρισμένη ποιητική περίπτωση που μου παρουσιάστηκε φέτος το καλοκαίρι. Είχα πάει στην Εύβοια για μπάνιο κι εκεί που έτρωγα στην ταβέρνα ένας αυθόρμητος πλανόδιος μανάβης μου απήγγειλε ποιήματα δικά του: «Δυο πόρτες έχει η ζωή», ένα του Ελύτη, διάφορα και πραγματικά θα ήθελα να τον βοηθήσω να κερδίσει τα πνευματικά τους δικαιώματα.

Πιστεύω ότι παλαιότερα τα επιμέρους είδη του ελληνικού τραγουδιού -λαϊκό, ελαφρό, έντεχνο, κ.ά.- μπορεί να ήταν πιο περιχαρακωμένα, ήταν όμως ταυτοχρόνως και πιο ολοκληρωμένα, αρτιμελή. Σήμερα, αντιθέτως, με τις μουσικές και στιχουργικές «ελευθεριότητες» έχουμε καταλήξει, κατά βάση λόγω του μάρκετινγκ, σε μουσικά κατασκευάσματα όπου κυριαρχούν: η πλακίτσα, οι κλισαρισμένοι στίχοι, οι εντυπωσιακά ρηχές ενορχηστρώσεις, οι δήθεν μουσικές επιμίξεις και φυσικά τα άθλια ελληνικά. Εσύ από τη μεριά σου, πώς ερμηνεύεις αυτό το φαινόμενο και πού το αποδίδεις;

Τώρα με φέρνεις σε δύσκολη θέση γιατί πρέπει να μπω κι εγώ στην ψυχολογία των καλλιτεχνοπατέρων και να πω τις απόψεις μου. Συμφωνώ με την άποψή σου. Νομίζω πως σήμερα η τέχνη διέρχεται την φαστ-φούντ περίοδό της. Τα πάντα έχουν μια ημερομηνία λήξης. Τα τραγούδια που αντέχουν στο χρόνο είναι σήμερα από ελάχιστα ως ανύπαρκτα και ο κάθε ακροατής μπορεί να το τσεκάρει αυτό. Υπάρχουν τραγούδια που διευκολύνουν τους παραγωγούς να κάνουν τη δουλειά τους και τις ντισκοτέκ να δουλεύουν το καλοκαίρι. Το φαινόμενο αυτό είναι παγκόσμιο φυσικά και το αποδίδω... στην επέλαση του Αντίχριστου, του 666. Και μάλιστα έχω να καταγγείλω πως το κτίριο της ΕΟΚ αν το κοιτάξεις από πάνω θα δεις πως έχει σαν σχήμα τα τρία εξάρια, αλλά και το σήμα του ΟΑΣ, των αστικών συγκοινωνιών, έχει πάλι ως σήμα το έμβλημα του έξω από δω... Αυτά πρέπει να τα ξέρουν οι αναγνώστες του περιοδικού και να μην μπαίνουν στα αστικά λεωφορεία, όπως και σαν Έλληνες πρέπει να εναντιωθούμε στην ένωση μας με την Ευρώπη γιατί η Ευρωπαϊκή Κοινότητα θα μας φλαμώσει τελικώς μ’ αυτά τα ανούσια τραγουδάκια της και θα μας εξοντώσει.

Όσο περνάει ο καιρός πιστεύω ότι πληθαίνουν οι μουσικοί -παλαιότεροι και νεότεροι- οι οποίοι πέραν της μουσικής ευθύνης επωμίζονται και τη στιχουργική και την ερμηνευτική. Αυτό το φαινόμενο κατά τη γνώμη μου έχει δύο όψεις: πρώτον -τη θετική- ότι επιστρέφουμε στην καταγωγή του τραγουδιού, όπου λόγος, μουσική και φωνή ήταν άρρηκτα δεμένοι και δεύτερον -την αρνητική- ότι υποκρύπτει την ολοένα και αυξανόμενη αδυναμία των επιμέρους συντελεστών του τραγουδιού να συνεργασθούν δημιουργικά. Εσύ από τη μεριά σου πώς το σχολιάζεις αυτό το φαινόμενο;

Είναι δύσκολο να δουλέψεις στην Ελλάδα συλλογικά. Εμείς αν μαζευτούμε πάνω από δύο δεν τα πάμε καλά. Και νομίζω πως φταίει ο τόπος, δεν νομίζω ότι φταίμε εμείς. Απόδειξη ότι όταν βγούμε έξω μπορούμε να συνεργαστούμε με άλλους. Συνεργαζόμαστε βέβαια τρόπος του λέγειν, εμείς να είμαστε οι εγκέφαλοι και οι άλλοι να εκτελούν. Στην Ελλάδα όλοι θέλουν να είναι αρχηγοί και μαγκιά τους. Ίσως τελικά αυτό να μας σώζει. Ο τόπος είναι καταραμένος και μαγεμένος, μας έχει φτύσει. Από το Δωδεκάθεο είναι, από τους Πατέρες της Εκκλησίας είναι... δεν ξέρω. Αναφέρομαι διεξοδικά στα καινούργια μου τραγούδια, ήδη το αγίασμα της Παναγίας στο Άγιο Όρος έχει στερέψει, τον Χουσεΐν περιμένουμε όλοι να βγάλει το καινούργιο του L.P., εγώ έχω μετακληθεί να κάνω κάποιες ενορχηστρώσεις, συναντιόμαστε κρυφά με τον υπουργό Πολιτισμού του Ιράκ, έχω πολλά μπερδέματα. Το έργο μου θα ονομάζεται η «Ραψωδία του Κόλπου» όχι μόνο του Περσικού, γενικά του κόλπου και του γυναικείου πρωτίστως.

Άλλο έργο ετοιμάζεις;

Ναι, τις «Μικρές Αγγελίες». Μελοποίησα διάφορες μικρές αγγελίες...

Ποιών εφημερίδων;

Της «Καθημερινής» και των «Νέων».

Ενός έγκυρου φιλελεύθερου δηλαδή φύλλου και μιας εφημερίδας ευρύτερης κατανάλωσης...

Ναι, με την «Καθημερινή» επιδιώκω να πιάσω τα μεγαλοαστικά στρώματα και την ιντελιγκέντσια -όλα εκεί είναι πανάκριβα- ενώ με τα «Νέα» τις μεσοαστικές τάξεις...

Μελοποιείς και τα «Προσωπικά» και τα «Μεταξύ των Νέων»;

Όχι, εκεί έχω πρόβλημα, μου βγαίνουν πολύ πρόστυχα και δεν θέλω να έχω προβλήματα με τη λογοκρισία, γιατί επιδιώκω στην ευρεία απήχηση του έργου. Στα «Νέα» έβαλα μπουζουκάκι, ενώ στην «Καθημερινή» συνθεσάιζερ. Κατάλαβες, για όλα τα γούστα, για όλη την οικογένεια. Επίσης ο δίσκος θα έχει δώρα: θα έχει και το μπλουζάκι του, το φουτεράκι, καθρεφτάκι, καλλυντικά, ατζεντούλες, όλα αυτά από σπόνσορες... γιατί αλλιώς τι να τον κάνουν το δίσκο μόνο του.

Νομίζω πως τελειώσαμε;

Ναι, όπως και με την Ολυμπιάδα. Με τις νεοφιλελεύθερες φιέστες, οι νταβραντωμένοι με τις χλαμυδίτσες στο Στάδιο, ο Παπαθανασίου ως άλλος Ζαν Μισέλ Ζαρ στην Κίνα. Νομίζω ότι κάναν λάθος οι ξένοι που δεν μας την έδωσαν διότι θα γελούσε κάθε πικραμένος. Εγώ πάντως όταν έμαθα ότι δεν πήραμε την Ολυμπιάδα έδειρα τη γυναίκα μου για πρώτη φορά στη ζωή μου, πέταξα το παιδί μου από το παράθυρο, δεν έπαθε τίποτε, είχα πάθει αμόκ, κρίση εθνικής συνείδησης.

Αλλά ευτυχώς ηρέμησα όταν το ίδιο βράδυ είδα στην τηλεόραση την Μπέσσυ Αργυράκη. Προσωπικά είμαι βέβαιος ότι το υπουργείο Πολιτισμού της σημερινής κυβέρνησης θα μεριμνήσει ώστε να ξαναδούμε εκλεκτούς καλλιτέχνες όπως ο Τέρης Χρυσός, ο Μπουλουγουράς, η Ξανθή Περάκη, η Κλειώ Δενάρδου, Ν.Δ. καλλιτέχνες που προωθούν πραγματικά την τέχνη στον τόπο μας και συνάμα μας διασκεδάζουν από την τηλεόραση.