Η ΒΡΑΔΥΝΗ, 10/01/2003, σελ. 38

Τζίμης Πανούσης

Αν πίστευε κάποιος στη μετενσάρκωση, θα μπορούσε άνετα να υποψιαστεί πως κάτι πολύ δυνατό συνδέει τις ψυχές του Αριστοφάνη και του Πανούση.

Ακούγεται υπερβολή ή και ύβρις ακόμη, αν λάβει κάποιος υπόψη του πόσο επικίνδυνο είναι να συγκρίνονται οι αρχαίοι ημών πρόγονοι με ανθρώπους του σήμερα —και μάλιστα με εκείνους που δεν τυγχάνουν αγαπητοί σε πολλούς. Ωστόσο, τι λείπει από τη σάτιρα του Τζιμάκου;

Ο ευφυής λόγος, οι δυνατές εικόνες, ο ανελέητος σαρκασμός, η βωμολοχία, οι αναφορές στη λίμπιντο ή μήπως η άφοβη στάση απέναντι σε εχθρούς και φίλους; «Ακατονόμαστους» και ονομαστούς...

«Δεν είμαι εγώ, είν’ ο κρυμμένος μου εαυτός ο Μίστερ Χάιντ...» Ο φαλλικός εαυτός, το διονυσιακό στοιχείο, τελικά, που έρχεται σε αντιπαράθεση αλλά και συμπλήρωση του απολλώνιου... Γιατί μπορεί άνετα εδώ η ιδέα να περάσει και να ξεπεράσει από τις γραμμές της διασκέδασης (σκόρπισμα) και να γίνει ψυχαγωγία (αγωγή της ψυχής).

Ο Πανούσης βλέπει πίσω από τα φαινόμενα, πίσω από την προπαγάνδα και την καθημερινή πλύση εγκεφάλου, πίσω από τις μικροαστικές κουρτίνες, μπροστά στο μέλλον. Γι’ αυτό και προκαλεί. Με τραγουδάκια, στιχάκια και σκετσάκια. Εν χορδαίς και οργάνω. Με μουσική και με φωνή που θα μπορούσαν άνετα να αρκεστούν στον εαυτό τους.

Η αντίφαση είναι διαλεκτική. Ο γελοίος πατριωτισμός αλλά και η αντίσταση στην ευρωπαϊκή —και ουχί μόνον— ενσωμάτωση. Η σεξουαλική πείνα αλλά και ο πλήρης εκχυδαϊσμός των ενστίκτων. Η συντήρηση αλλά και η «αριστερή φιέστα», με τον άρτο και τα θεάματα. Ο Χατζιδάκις και η Άννα Βίσση.

Το ροκ και τα φρικιά που πλαστουργάνε μαστουρωμένα και μεταμορφωμένα σε παπίτσες.

Πλήρης μηδενισμός;

Κατάκριση των πάντων χωρίς αντι-πρόταση. Πολύ εύκολο να προφέρει κάποιος τέτοιες κατηγορίες σε έναν καλλιτέχνη που βιώνει την κατάθλιψη, τη βία της εξουσίας, το ξεπούλημα, το ρεντίκολο της καθημερινότητας και τα ανυψώνει σε χειμάρρους γέλιου αλλά και σε «ενέσεις» συνειδητοποίησης. Πολλοί ακούνε τον Τζιμάκο, λίγοι τον καταλαβαίνουν και ελάχιστοι τον ασπάζονται.

«Τα ρεζιλίκια τους ήρθαν μου τα ’παν / και τσολιαδάκια made in Japan», «με την πρώτη ευκαιρία θα σου πάρω λαμπαντέρ / για να μην κλαις που ’χουν οι φίλες σου και συ δεν έχεις», «Χέντριξ και Καζαντζίδης, δέκα χιλιάδες βατ / να κλάσουνε πατάτες οι μπάτσοι και τα ΜΑΤ», «Βούλγαροι, χανούμισσες, βαζέλες / όλο το έθνος προσκυνά σώβρακα και φανέλες».

Πώς αντέχει, άραγε, κάποιος να βλέπει όλη την ασχήμια χωρίς προστατευτικά γυαλιά; Πώς μπορεί να κοροϊδεύει και να χλευάζει πρώτα απ’ όλα τον ίδιο του τον εαυτό;

Σκώμμα ενάντια στο κώμα. Πάλι ενάντια στο χάλι. Αδιακρισία ενάντια στην εξουσία. Λεκτική βωμολοχία ενάντια στη βία. Τι το μεμπτόν; Ας απαντήσει κάποιος με το χέρι στην καρδιά...