ΤΑ ΝΕΑ, 16/09/1995
Έχουμε πόλεμο, μην το γελάς
Αρνείται να μεγαλώσει, να ωριμάσει και να πέσει, το παιδί των 40 χρόνων
Συνέντευξη στη Νατάσα Μπαστέα
«Θα ήθελα να μιλήσω με τον κύριο Πανούση;», λέω, και η γυναικεία φωνή από την άλλη άκρη του τηλεφώνου απαντά με κατηγορηματικό τρόπο: «Εγώ είμαι...». Η πρώτη σκέψη ήταν πως ο Τζιμάκος κάνει μια από τις γνωστές φάρσες του, όμως μάλλον είναι δύσκολο για έναν σαραντάρη να μιμείται με τέτοια ακρίβεια τη φωνή ενός παιδιού. Τελικά, η φωνή ανήκε πράγματι στον κύριο Πανούση, στον Άρη Πανούση όμως, των 5 χρόνων, που, όπως λέει χαρακτηριστικά η μητέρα του, συνηθίζει πάντα να ζητά διευκρινίσεις: «Ποιον κύριο Πανούση θέλετε;».
Αυτός που θέλουμε, ο Τζίμης Πανούσης, μόλις έχει γυρίσει στο κλεινόν άστυ ύστερα από διακοπές 3 μηνών. Μια ζωή μέσα στο ροκ και τις «παιδικές σχαταλιές», όπως λέει ο ίδιος, οδεύοντας στα 42 και στην αρχή άλλου ενός δύσκολου χειμώνα, ο μπαμπάς του Άρη απαντά στην —καθόλου πρωτότυπη— ερώτηση πώς θα περιέγραφε τον εαυτό του, για να θυμούνται οι παλιότεροι και να μαθαίνουν οι νεότεροι:
«Ακούστε να δείτε. Εγώ είμαι ορθόδοξος Χριστιανός μόνο ως προς το εορτολόγιο των αργιών. Μισώ το σχολείο και αγαπώ τη σχόλη. Οι μόδες, τα μαζικά κινήματα, τα ήθη και τα έθιμα μου προκαλούν αλλεργία. Και αλλεργία μέχρι πρωτίνος. Τώρα βαρέθηκα και θέλω να γίνω πυρηνικός φυσικός. Να πάω στα Πυρηναία και να θαυμάζω τη φύση. Είναι παιχνιδάκι για μένα η περιγραφή του εαυτού μου. Τον ξέρω απ’ έξω κι ανακατωτά. Μέχρι και στα αγγλικά μπορώ να το κάνω: We have two Jimmys. One on the stage singing and laughing and another at home with my family. The point is: Never μπερδέψεις the two Jimmys. If that happens it’s going to be a catastrophe. If the home Jimmy comes to the stage and the other comes to the family, δύο ’τα να πάνε».
Ο πόλεμός του
Ένας ψυχολόγος ίσως θα είχε πολλά να πει για την επιλογή του Τζίμη να μιλάει για τον εαυτό του εις την αγγλικήν, ο απλός μεταφραστής όμως θα καταλάβει κάτι ουσιαστικό: ότι υπάρχουν δύο. Ο Τζίμης της σκηνής που τραγουδάει και χορεύει και ο άλλος στο σπίτι με την οικογένεια. Το θέμα είναι να μην τους μπερδέψεις ποτέ. Γιατί εάν μπερδευτούν και ο ένας πάει στο μέρος του άλλου...
Πλέκω στιχάκια με κάποιο χιούμορ
μ’ αρχή και τέλος σαν τον Αίσωπο
Νιώθω σαν κάτι ηχομονώσεις του ’40
που πλέκαν κάλτσες για το μέτωπο
Έχουμε πόλεμο, μην το γελάς μωρό μου
για δες πώς με κοιτάει η σπιτονοικοκυρά
Κοίτα ποιοι παίρνουν τα τραγούδια μου μωρό μου
και τα πουλάνε σαν απορρυπαντικά
Γιατί θαρρείς ότι δεν κόβω τα μαλλιά μου
γιατί φοράω σκουλαρίκια, χαϊμαλιά
Είμαστε αιχμάλωτοι στο σπίτι μας μωρό μου
και πρέπει να ’χουμε σαφή διακριτικά...
Αυτός κι ο άλλος
Ο Τζίμης Πανούσης φαίνεται να έχει κηρύξει πόλεμο εδώ και χρόνια. Από την εποχή του Γυμνασίου στους Αμπελόκηπους που σκάρωσε παραστάσεις, στις καταλήψεις των Σχολών και στην «Αρετούσα» της Πλάκας, τα βάζει με όλους, παίζει με το λόγο του και τη λογική μας, γράφει τραγούδια, κάνει σκετσάκια και αστεία που δεν τα καταλαβαίνεις πάντα με την πρώτη, φωτογραφίζεται περιτριγυρισμένος από λεκάνες, έχει φανατικούς οπαδούς και ανθρώπους που δεν θέλουν ούτε ν’ ακούνε το όνομά του, το παίζει σκληρός αλλά οι γνωστοί του μιλούν για «έναν πολύ γλυκό άνθρωπο», θίγει από σκηνής και μετά πάει σπίτι για να πει παραμύθια στον Άρη.
«Έχω μειώσει αισθητά την παραγωγή τραγουδιών και έχω ρίξει το βάρος στην παραγωγή παραμυθιών που λέω στον γιο μου. Ο Άρης είναι 5 χρόνων κι εγώ είμαι ο ένας από τους δύο δορυφόρους του. Είμαι ο φόβος και ο άλλος είναι ο Δήμος, η κοινωνία, η μανούλα του». Τελικά ναι, μάλλον ο Τζίμης του σπιτιού είναι άλλος από τον Τζίμη της σκηνής.
Πώς γίνεται ο Δημήτρης με τη μικρασιατική καταγωγή, γόνος μικροαστικής οικογένειας των Αμπελοκήπων, να μεγαλώσει και να γίνει Τζίμης Πανούσης;
«Αν και σας εξέθεσα το γραφικόν του βίου μου εν ολίγοις, η αιτία της διαφορετικότητας που πλάσαρα δεν γίνεται σαφώς κατανοητή. Έχετε ακούσει ένα τραγούδι του Τσαρούχη που λέει: “Θα μείνουμε πάντα παιδιά”; Ε, λοιπόν ναι, το παραδέχομαι. Αρνούμαι να μεγαλώσω, να ωριμάσω και να πέσω. Άμα γυρίσεις ανάποδα τις παιδικές χαρές, θα με δεις να κάνω τραμπάλα μόνος μου και λυπημένος».
Πλέκω στιχάκια κι έχω έναν φόβο
να μην χτυπήσει το τηλέφωνο
κι είναι ο τύπος από το κράτος
που ελέγχει αν υπακούει το φερέφωνο
Έχουμε πόλεμο, μην το γελάς μωρό μου
και μην αφήνεις το παράθυρο ανοιχτό
Κοίτα πώς κρέμονται οι αυτόχειρες φαντάροι
με τις θηλιές απ’ της σημαίας τον ιστό
Οι παλιοί μας φίλοι για πάντα φύγαν
κουνώντας μαντιλάκι καλαματιανό
Παίζουμε μόνοι μας στο θέατρο μωρό μου
κι οι θεατές θα βλέπουν κάποιον τελικό
Τι έπαθε ο Παν-Παν
Το τηλέφωνο του Τζίμη έχει χτυπήσει αρκετές φορές, κι ο τύπος από το κράτος έχει κάνει τις επισκέψεις του. Ήταν το «Ντίσκο-Τσουτσούνι» στις αρχές της δεκαετίας του ’80, ο δίσκος που άναψε φωτιές στα εισαγγελικά γραφεία και πέρασε από δέκα κόσκινα μέχρι να του δοθεί άδεια να κυκλοφορήσει. Ήταν μια τηλεοπτική εκπομπή που έκανε για την ΕΤ2 φέτος, ύστερα από παράκληση στελεχών της κρατικής τηλεόρασης, αλλά τελικά δεν παίχθηκε ποτέ.
«Στην τηλεόραση δεν συμμετέχω γιατί είμαι σταρ κινηματογραφικού επιπέδου. Δέχομαι αρκετές προτάσεις, αλλά είναι πρότυπες, της μιας βραδιάς. Με θέλουν όπως αυτοί με φαντάζονται, με τόνους νερού στο κρασί μου. Όλοι αυτοί οι κουκουεσωτερικοί διευθυντές, όταν διαπιστώνουν ότι υπάρχουν και κάποιοι που δεν ενδιαφέρονται να οδηγήσουν την καινούργια Μερσεντές με τα σέα, φανάρια, αποδιοργανώνονται εντελώς και βγάζουν τον Θεοφιλογιαννάκο που κρύβουν μέσα τους. Δεν είδατε τι έπαθε ο Παν-Παν που φωτογραφήθηκε με τα σκυλιά του εν είδει κυριακάτικα;».
Κι όμως, οι συνομήλικοί του είναι αυτοί που τώρα πια γεμίζουν τους διαδρόμους της εξουσίας, αυτοί που δημιουργούν πρότυπα, ασκούνται στις κοσμικές εκδηλώσεις και προάγουν τους μύθους για τη «δύναμη των σαραντάρηδων».
«Τι να σας πω; Ένας γνώριμος μιας φίλης και συμπατριώτης μου έχει γίνει γενικός γραμματέας σε μεγάλο υπουργείο. Απ’ ό,τι μου λέει η φίλη μου, από παλιά είχε έντονο σεξουαλικό πρόβλημα, αλλά τώρα είναι μια χαρά».
Η μούχλα Σαμαρά
Μα τελικά, σε τι πιστεύει αυτός ο τύπος με τα μούσια και τα μακριά μαλλιά; Μήπως στα «ελληνικά» χαρακτηριστικά και τα εθνικά συνθήματα λαϊκής κατανάλωσης;
«Πιστεύω στα “ελληνικά” χαρακτηριστικά που έχουν οι 35άρηδες στο Τόκιο και στο Μπουένος Άιρες. Γουστάρω την αξιοπρέπεια και το φιλότιμο, κι ας μιλάνε κινέζικα».
Όσο για τα εθνικά συνθήματα, «σιγά μην είναι γνήσια η έκφραση του Ανδρεουλάκου και του Καρατζαφέρη».
Η Μακεδονία είναι ελληνική; «Macedonia is green —πράσινη— σαν τη μούχλα που φωλιάζει στην ιδεολογία του Σαμαρά».
Η κουλτούρα μας, τότε, είναι ελληνική; «Η κουλτούρα μας είναι σύνθετη. Αποτελείται από τις λέξεις “cool”, που σημαίνει κρύο, παγωμένο, και τη λέξη “ούσα”, που είναι η πολεμική κραυγή των καουμπόηδων στο Λούκι Λουκ. Το παγωμένο καουμπόικο καουμποηλίκι είναι το στίγμα μας».
Ωραία, κι ας πούμε ότι όλα όσα προδίδει ο κύριος Τζίμης Πανούσης δεν είχαν απήχηση, δεν ενδιέφεραν κανέναν, ο κόσμος δεν πήγαινε να τον δει, τι θα έκανε πέρα από το να λέει παραμύθια στον Άρη;
«Θα ασχολούμουν με το θέατρο εσωτερικού χώρου, θα έδινα παραστάσεις στον εαυτό μου με μεγάλη επιτυχία. Αυτό που κάνω και τώρα άλλωστε, αφού ποτέ δεν πούλαγα. Μια ζωή αγοραζόμουν».
Ο οπαδός του υπαρκτού σουρεαλισμού
Θα μπορούσε κανείς να πιστέψει ότι με τόσες επιθέσεις εναντίον πολιτικών, ο Τζίμης Πανούσης θα απέρριπτε πέρα από τα πρόσωπα και την ιδέα. Ε, λοιπόν, όχι.
«Με καμιά Παναγία δεν είμαι από αυτούς τους νεοκαθολικούς που ορίζουν μπανάλ την πολιτική. Είμαι οπαδός των πλαστικών σημαιών και των ποδοσφαιρικών πολιτικών αναμετρήσεων. Το ελληνικό καφενείο αποπνέει υγεία και αναψυκτική πτώση. Δεν ανησυχώ καθόλου για τη φώκια της Μεσογείου και την αρκούδα της Πίνδου. Τους έχω απόλυτη εμπιστοσύνη. Είμαι βαθιά πεπεισμένος ότι αν τις αφήσουμε στην ησυχία τους θα τα καταφέρουν μια χαρά».
Το ότι φωνάζει και διαμαρτύρεται με τον τρόπο του, σημαίνει ότι ως πολίτης νιώθει πως έχει γνώση των όσων συμβαίνουν;
«Όλα γίνονται, δυστυχώς, πίσω από την πλάτη μου, αλλά μ’ αρέσει. Ως Έλληνας έχω τον μαζοχισμό στο αίμα μου και την, κατόπιν εορτής, γκρίνια στο πετσί μου. Αυτή άλλωστε είναι και η βασική μας διαφορά από τους ελεεινόψυχους Άγγλους. Πονάμε και μας αρέσει, γιατί αγαπάμε τον πόνο που είναι αρσενικός, δηλητηριώδης και παρασιτογόνος».
Το ραδιόφωνο είναι «μια από τις πολλές μου αδυναμίες». Κάθε Σάββατο και Κυριακή μεσημέρι, ο «Δούρειος Ήχος» αλώνει την Τροία μας με κόλπα και τεχνάσματα, χρησιμοποιώντας την πανουργία του δημιουργού του σε φωνομοντάζ, φάρσες και πικρά καλαμπούρια.
«Έχω τουμπάρει ακόμη και τους μετανάστες της μακρινής Αυστραλίας με τον “Δούρειο Ήχο” μου, γιατί μετά τις σουρεαλιστικές ακροασίες σερβίρω Καζαντζίδη για επιδόρπιο και η αραχνιασμένη ψυχή της δεκαετίας του ’50 αναγνωρίζει την αλήθεια και την αγωνία του αυτόματου λόγου μου. Άλλωστε έναν και μοναδικό ακροατή έχω, και ύστερα από 8 χρόνια ραντεβού στον αέρα τα έχουμε βρει».
Κι όμως, δεν τον ενοχλεί το γεγονός ότι μετά τις παραστάσεις του ή μετά τις εκπομπές του το κοινό στρέφεται στη Ρούλα και στο «λουστρασιόν τίποτε»;
«Όχι μόνο το κοινό μου. Θα πρέπει να σας πληροφορήσω ότι κι εγώ, όταν τελειώνει η παράσταση, στη Ρούλα πάω. Είναι πολύ αναπαυτικό το “λουστρασιόν τίποτε” και μας ξεκουράζει. Η Ρούλα συμπληρώνει την τέχνη μου και τη θεραπεύει, ζώντας την ως απλός υπηρέτης και οπαδός του υπαρκτού σουρεαλισμού. Η αμηχανία της αμόρφωτης τηλεπαρουσιάστριας είναι μια λύτρωση για όλους εμάς τους ταλαιπωρημένους από τις μηχανές του καθημερινού εργοταξίου. Όπως οι Λουδίτες γίνανε Λουλουδίτες χίπηδες τη δεκαετία του ’60, έτσι και τώρα, τη δεκαετία του ’90, τα “παιδιά των ποντικιών” θα μολύνουν τις οθόνες των υπολογιστών».
Οι νέοι του σήμερα τι κοινό έχουν με τους νέους του τότε;
«Αμάν πια με τους νέους και τις διαφορές με τους πρώην νέους. Αυτά τα γυάλια και οι ομαδοποιήσεις έχουν κάνει μεγάλη ζημιά. Θα σας απαντήσω με ερώτηση. Τι διαφορά έχουν τα δύο χαβουζάκια που καθόντουσαν στου γιαλού τα βοτσαλάκια της δεκαετίας του ’50 με τα σημερινά χαβουζάκια; Να δώσω και την απάντηση εδώ που φθάσαμε. Η διαφορά είναι στα βοτσαλάκια. Αν ήμουν 16 χρόνων, δεν θα σπαταλούσα τη σεξουαλικότητά μου στα Λύκεια. Με άλλα λόγια, δεν θα χάραζα τα νιάτα μου στα άχρηστα σχολεία του Γιωργάκη Παπανδρέου. Όσο για το Ίντερνετ, έτσι θα βάφτιζα τον σκύλο μου που του αρέσει να σερφάρει στον κυβερνοχώρο. Σιχαίνομαι να χαϊδεύω πλαστικά ποντίκια και δεν με ερεθίζουν οι πιξελοχοντρές».
Αρκετά πια με τα αρνητικά. Ο Τζίμης Πανούσης προ των ευθυνών του καλείται να επιλέξει κάτι που θεωρεί άξιο διαφήμισης.
«Πιστεύω ότι αξίζει να διαφημιστεί η Ναυμαχία της Σαλαμίνας. Ένα απλό σποτάκι φαντάζομαι: το κομμένο χέρι του Κυναίγειρου να χαστουκίζει τη Φάνη Πάλλη-Πετραλιά».
