24 ΩΡΕΣ, Τετάρτη 11/05/1988, σελ. 4
Γνώμη
Η Πολιτεία υποκρίνεται
Η δίκη αυτή έπρεπε, ίσως, να είχε διεξαχθεί κεκλεισμένων των θυρών, ώστε η υπόθεση η οποία εκδικάστηκε να μη γνώριζε, τελικά, τη χθεσινή ευρεία δημοσιότητα. Γιατί, όπως και να το κάνουμε, η καταδίκη του ιδιόρρυθμου τραγουδοποιού Τζίμη Πανούση δεν υπήρξε ένα γραφικό περιστατικό. Αλλά η αφορμή για να ταραχθεί η νεοελληνική συνείδηση που είχε αρχίσει να εφησυχάζει ηδονικά μέσα στο κλίμα της επικείμενης ευρωπαϊκής προεδρίας και στα κύματα ελεύθερης έκφρασης που διαλαλούν οι 29 νόμιμοι, πλέον, τοπικοί ραδιοσταθμοί.
Εν έτει 1988, λοιπόν, ενεργοποιείται ο «περί ασέμνων» νόμος που ισχύει από το 1930 (!) και εμπνέεται, βεβαίως, από τις αντιλήψεις εκείνης της εποχής. Και δεν ενεργοποιείται έτσι, τυχαία. Αλλά ύστερα από έγγραφο της Γενικής Γραμματείας Τύπου και Πληροφοριών, που εξακολουθεί να διατηρεί (και ασφαλώς να μισθοδοτεί)... επιτροπές λογοκρισίας! Επιτροπές που αποφασίζουν, δηλαδή, αν ένα έργο είναι προϊόν τέχνης ή άσεμνο κατασκεύασμα από το οποίο πρέπει να προφυλαχθεί ο Έλληνας. Ο ίδιος Έλληνας, που για να αγοράσει σήμερα ένα πακέτο τσιγάρα πρέπει προηγουμένως να παραμερίσει δεκάδες πορνό περιοδικά που καλύπτουν ολόκληρο το περίπτερο! Και που κυκλοφορεί καθημερινά σε δρόμους γεμάτους από κινηματογράφους του είδους και σε ένα ηχητικό περιβάλλον φορτωμένο από τολμηρές εκφράσεις, όπως αυτές για τις οποίες καταδικάστηκε ο ροκ Πανούσης...
«Αν πάρουμε μεμονωμένα τα κείμενα του Ζενέ ή του Μίλερ μπορεί κι αυτά να θεωρηθούν από κάποιους χυδαία», είπε για το θέμα ο Μάνος Χατζιδάκις, απαντώντας μια για πάντα σ’ εκείνους που επιμένουν να θεωρούν αντικειμενικά όλα τα χαρακτηριστικά μιας καλλιτεχνικής δημιουργίας. Αλλά μια απάντηση πρέπει να δώσει και η Πολιτεία, που εξακολουθεί να παίζει το κρυφτούλι της υποκρισίας με την πραγματικότητα. Και που, αντί να τροφοδοτεί την κοινωνία με τα εφόδια που θα της επιτρέψουν να αυτοαπορρίπτει τα πραγματικά άσεμνα κατασκευάσματα, αναθέτει το ρόλο αυτό σε παμπάλαια νομικά πλαίσια και σε διορισμένους υπαλλήλους της...
«Κανένας δε μπορεί να πάει μακριά στο δρόμο της φιλίας, αν δεν είναι διατεθειμένος να συγχωρεί τα μικρά ελαττώματα των φίλων του.»
Λα Μπρυγέρ
