Ταχυδρόμος, τεύχος 51 (1753), 17 Δεκεμβρίου 1987
Το παιδί και η κοτσίδα
Του Γιάννη Νενέ
Φωτ.: Τάσος Βρεττός
Σκληρό ροκ, μακριά μαλλιά – απαραίτητα κοτσίδα – ατίθασο ύφος και πατροπαράδοτες ελληνικές βωμολοχίες είναι η εικόνα που εκπέμπει ο Τζίμης Πανούσης από σκηνής του «Μετρό». Το ίδιο ατίθασο ύφος μεταφέρει και στις απαντήσεις του στον «Τ», επιδιώκοντας να τσιγκλήσει και να σκανδαλίσει, όπως ακριβώς τους θεατές του, έτσι και τους αναγνώστες...
Ο πληθωρικός Τζίμης, στη σκηνή του «Μετρό», ντυμένος με στρατιωτική φόρμα αγγαρείας και με φόντο διαφημιστικά σποτ αποσμητικών, χορεύει ρουμπίτσες κοιτάζοντας το κοινό με εκείνο το απαθώς σκανδαλιάρικο ύφος στο οποίο εξασκηθήκαμε όλοι και γνωρίζουμε από τα χρόνια του σχολείου. Μάλλον εκεί βρίσκεται και η χρυσή τομή του ίδιου με τον κόσμο, αυτός ο κώδικας επικοινωνίας που ζωντανεύει το καταλυτικό, λυκειακό χιούμορ με την ακατάσχετη διάθεση κοινωνικού σχολιασμού που διακρίνει τους έξυπνους λυκειόπαιδες. Ο σκληρός ροκ ήχος του συγκροτήματος που τον συνοδεύει, τα μακριά μαλλιά και το ατίθασο ύφος του σηματοδοτούν ένα «ψυχαγωγικό» πρόγραμμα για όσους θα ήθελαν να παρακολουθήσουν κάτι τέτοιο, αλλά δεν θα πήγαιναν στα κέντρα πολυτελείας με όσου πίστας ή στις επιθεωρήσεις. Και, βέβαια, ο Τζίμης κυριαρχεί στη σκηνή, αλλά και εκτός αυτής, κατεβαίνοντας ένα ένα τα σκαλάκια για να αυτοσχεδιάσει με τον κόσμο που και αυτός, με τη σειρά του, όχι μόνο θα απαντήσει στον Τζίμη, αλλά και θα τον προκαλέσει. Δεν υπάρχουν αποστάσεις, γι’ αυτό το λόγο και οι εξαλλές στιγμές του Πανούση «περνάνε» κάτω με άνεση. Άλλωστε, αυτές οι στιγμές είναι και μία από τις αφορμές που έγινε τόσο γνωστός. Και οι περιπέτειες των δίσκων που κυκλοφορεί κατά καιρούς λόγω περιεχομένου...
Κατά μόνας, ο Τζίμης είναι πιο «ήπιος». Το χιούμορ του είναι πιο διαλεκτικό, ο ίδιος περισσότερο χαμογελαστός, μέχρι, βέβαια, να ξεφουρνίσει κάποια ατάκα που να τινάξει στον αέρα τα πάντα. Και να αποδιοργανώσει πλήρως όλους όσοι επιχειρούν μία προσέγγιση, όπως – καλή ώρα – εγώ.
Για δεύτερη χρονιά, Τζίμη, εμφανίζεσαι σε ένα χώρο «διαφορετικό» από τα συνηθισμένα μαγαζιά για νέους. Ένα παλιό σινεμά, όπου οι θέσεις έχουν διατηρηθεί όπως ήταν, το κοινό είναι απόλυτα στραμμένο προς εσένα που, άλλωστε, παρουσιάζεις ένα πρόγραμμα που αποκαλείς «υποθεώρηση». Τελικά, τι είσαι; Ροκ περφόρμερ, ηθοποιός εν εξελίξει ή κάνεις «ουάν μαν σόου»;
Πράγματι, εμφανίζομαι όπως επισημαίνεις, εν Χριστώ αδελφέ. «Εμφανίζομαι», όμως, με τη φωτογραφική έννοια του όρου. Στο σκοτεινό θάλαμο της σκηνής συντελείται κάθε βράδυ η «εμφάνισή» μου από τους επαγγελματίες θεατές φωτογράφους. Ομολογώ ότι πρόκειται για επίπονη διαδικασία, κυρίως για τον καλλιτέχνη-αντικείμενο, ο οποίος πρέπει να εμβαπτιστεί διαδοχικά στα ειδικά χημικά υγρά σε αυστηρά καθορισμένους χρόνους. Ελλοχεύουν κίνδυνοι πολλοί. Γιάννη μου. Μία απερισκεψία του μοντέλου ή μία αδιαφορία του θεατή, μπορεί να έχει σαν αποτέλεσμα την εξαφάνιση του ειδώλου. (Παρομοίωση έχει μείνει στους καλλιτεχνικούς κύκλους η φράση: «Πήρε φως ο κ...»).
Σε ποια ταινία, ελληνική ή ξένη, θα ήθελες να είχες παίξει;
«Στον “Ηλία του 16ου”, δίπλα στο Χατζηχρήστο και το Βέγγο».
Γιατί;
«Γιατί η τέχνη τους δεν περιορίζεται στο κεφάλι τους, “παίζουν” από την κορυφή μέχρι τα νύχια!».
Τα τραγούδια σου είναι περισσότερο «τραγικά» (με εισαγωγικά) απ’ ό,τι παλιότερα, ενώ τα κείμενα και οι παρλάτες σου στη σκηνή είναι άγρια σατιρικές ή καθαρά κωμικές. Γιατί συμβαίνει αυτό;
«Όλα μου τα τραγούδια είναι τραγικά. Και έκανες πολύ καλά που το τραγικά το έβαλες σε εισαγωγικά. Μπορώ να σου πω δε ότι, αν τα τραγούδια μου τα χαρακτήριζες μόνο με τα εισαγωγικά και χωρίς το τραγικά, θα ήσουν πιο κοντά στην αλήθεια. Θα συμφωνήσω μαζί σου, ότι υπάρχει διαφορά μεταξύ των τραγουδιών και των κειμένων που απαγγέλλω ενδιάμεσα. Με την αγριότητα της σάτιρας στις γέφυρες του προγράμματος, επιδιώκω να τσιγκλήσω το θεατή, να τον προβοκάρω, να τον σκανδαλίσω ίσως. Είμαι καλλιτέχνης-πειραχτήρι και υποχείριο της καθολικής αμφισβήτησης. Δεν μπορώ να ανεχτώ ούτε την ατμόσφαιρα που μπορεί να φτιάξουν ακόμα και τα δικά μου τραγούδια. Βιάζομαι να τη χαλάσω, γιατί φοβάμαι τη μελό διάθεση και την “ευκολία” των θεατών».
Η μουσική σου, όμως, με έχει μπερδέψει πολύ. Στην παράστασή σου άκουσα από χαρντ-ροκ και κάντρυ μέχρι ρέγγε, τεχνο-ροκ, ακόμα και το «La Bamba» διασκευασμένο. Μπορείς να με βοηθήσεις λίγο;
«Δεν ξέρεις, ειλικρινά, πόσο χαίρομαι που σε μπέρδεψε η μουσική μου. Δυστυχώς, μάλλον δεν θα μπορούσα να σε βοηθήσω. Θα ξέρεις, βέβαια, ότι ο χαρακτήρας του ανθρώπου διαμορφώνεται στα πρώτα πέντε χρόνια της ζωής του. Κατά πάσα πιθανότητα λοιπόν, εγώ κι εσύ, θα είχαμε διαφορετικές εμπειρίες και ερεθίσματα στην παρθενική μας πενταετία. Μια κρυπτοομοφυλοφιλία του πατέρα, ένας συζυγικός καυγάς ή ένα Τίμπερλαντ που σου πετάνε στο κεφάλι, μπορούν να βάλουν σε χοντρό λούκι τη μετέπειτα ζωή σου. Δεν αρνούμαι, βεβαίως, ότι παίζω όλα αυτά τα είδη μουσικής που αναφέρεις αλλά, πώς τα παίζω. Εδώ σε θέλω!».
Από την εποχή που διαχώρισες τη θέση σου από τις «Μουσικές Ταξιαρχίες» (ή και πιο πριν, αν θέλεις), όλη σου η δουλειά αφήνει μία εντύπωση «της δυστυχίας του να είσαι Έλληνας». Υπάρχει κάτι για το οποίο να νιώθεις ευτυχισμένος ως Έλλην;
«Παρεξήγηση πλήρης, Γιάννη μου. Ουδέποτε διαχώρισα τη θέση μου από τις “Μουσικές Ταξιαρχίες”, εφ’ όσον οι “Μουσικές Ταξιαρχίες” αποτέλεσαν το καλλιτεχνικό μου ψευδώνυμο που το άλλαξα σε Τζίμης Πανούσης, για να ξεφύγω από την ομαδική “τέχνη” του ελληνικού ροκ. Οι “Μουσικές Ταξιαρχίες” ζουν! Είναι ιδέα, όπως ο “Ολυμπιακός”, το Πολυτεχνείο, ο Σοσιαλισμός. Η δουλειά μου αφήνει ακριβώς την αντίθετη εντύπωση από αυτή που επισημαίνεις! Πραγματικά μένω άναυδος! Ίσως τη βραδιά που με παρακολούθησες, η δουλειά μου, εκτός από εντυπώσεις, να άφησε και μελάνι και να τις έχασες. Άλλωστε, δεν πρόκειται για δουλειά. Ένα αστείο έκανα. Προς αποφυγήν άλλης παρεξηγήσεως δηλώνω απερίφραστα: “Είμαι υπερήφανος διότι είμαι Έλλην!”».
Είσαι από τα λίγα τόσο «χαϊδεμένα» παιδιά της λογοκρισίας ή δεν ξέρω πώς αλλιώς ονομάζεται σήμερα. Με το νέο σου δίσκο πιστεύεις πως θα έχεις πάλι προβλήματα;
«Εγώ, όχι. Αυτοί ίσως έχουν προβλήματα. Αλλά κι εγώ δεν μπορώ να τους βοηθήσω. Βλέπεις, υπάρχει κι αυτή η καταραμένη παράδοση των ένδοξων βωμολόχων προγόνων μας. Έτσι ήταν ανέκαθεν ο Έλληνας. Τα βασικά εξαιτίας του επικείμενου φορολογικού τέλους. Διαβλέπω “χημεία και τέρατα”».
Πες μου τη γνώμη σου για τον Γιώργο Μαρίνο.
«Πιστεύω ότι είναι ευαίσθητο παιδί ο Γιώργος».
Έχεις πει ότι μικρός ήθελες να γίνεις τρομοκράτης. Η μαμά σου πώς το αντιμετώπιζε κάτι τέτοιο;
«Όλες οι μαμάδες θέλουν η δουλειά που θα διαλέξει το παιδί τους να αφήνει λεφτά και να την κάνουν λίγοι. Όταν εγώ ήμουνα μικρός (πριν είκοσι - εικοσιπέντε χρόνια), το επάγγελμα της τρομοκρατίας δεν υπήρχε στην Ελλάδα και το είχαν περί πολλού. Μην κοιτάς σήμερα που έχει εκφυλιστεί και ο πάσα ένας φρικονταρισμένος πουλάει ένοπλο αγώνα. Τότε ήταν τα ρίσκα μεγάλα και τα λαϊκά κέρδη πολλά. Το μοναδικό όφελος τώρα το έχει η “Ελευθεροτυπία” που πουλάει μερικά φύλλα παραπάνω μετά από κάθε τρομοκρατική ενέργεια. Από την άλλη, βέβαια, τι να κάνουν και οι δυστυχισμένοι οι τρομοκράτες με την κωλοκατάσταση που υπάρχει. Όπως κάθε επάγγελμα, έχει τα “υπέρ” και τα “κατά” του. Καλά αντανακλαστικά, αλλά καθόλου χιούμορ».
Στο πρόγραμμά σου λες ότι δεν πήγες φαντάρος γιατί τα κράνη του ελληνικού στρατού δεν έχουν «κοτσιδοθήκη». Τελικά, πήγες στο στρατό;
«Δεν είσαι καλά! Να μου μπερδευτεί η κοτσίδα σε κανένα κλαδί στα γυμνάσια και να πάω σαν το σκυλί στ’ αμπέλι! Άλλωστε, τι δουλειά έχει η αλεπού στο παζάρι. Άλλα τα μάτια του λαγού κι άλλα της κουκουβάγιας. Ή μικρός μικρός παντρέψου ή μικρός καλογερέψου. Κάλλιο γαϊδουρόδενε παρά γαϊδουρογύρευε. Δε νομίζω ότι χωράω στη λογική του στρατού, πράγμα που το καταλάβανε και οι ίδιοι και με αμολήσανε».
Η κοτσίδα σου είναι πολύ όμορφη!... Θα την κούρευες ποτέ;
«Αν το κούρεμα της κοτσίδας μου θα βοηθούσε στο ελάχιστο τίποτα σοβαρά ή άλλα πρόσωπα χρήζουν βοήθειας, θα το έκανα ανεπιφύλακτα».
Πιστεύω να έμαθες ότι στη Σοβιετική Ένωση εμφανίστηκαν τα πρώτα ροκ γκρουπ. Τι λες γι’ αυτό, Τζίμη;
«Εκπλήσσομαι! Δεν έχω μάθει τίποτα. Έχω σταματήσει να ακούω τη “Φωνή της Αλήθειας” από την εποχή της χούντας. Αν αληθεύει η πληροφορία σου, φαντάζομαι ότι θα είναι κάτι σαν την ελεύθερη ραδιοφωνία, όπως την εννοεί το ΠΑΣΟΚ».
Τη χρονιά που τελειώνει, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης ανακάλυψαν το «επώνυμο» γυμνό. Εσύ ποιο γυμνό προτίμησες; Αυτό της Τσιτσιολίνα ή της Ρίτας Σακελλαρίου;
«Η Ρίτα μας έκανε λάθος και δεν έβγαλε το σωστό βυζί. Ό,τι και να λέμε, στο μάρκετινγκ είμαστε ακόμα πολύ πίσω. Αν είχε συμβουλευτεί κάποιον ειδικό μάνατζερ ή έστω έναν απλό χασάπη, η Τσιτσιολίνα θα είχε πάθει πανωλεθρία. Προσωπικά το γαργαλιστικό γυμνό δεν μου λέει τίποτα. Για τα κοινοβουλευτικά ήθη, όμως, ήταν μια ανάσα».
Πάντως, σου αρέσει να παίζεις με το κοινό, έτσι; Κάθε χρόνο βρίσκεις κάποια κοπελιά από την πλατεία και βγάζεις ολόκληρο νούμερο μαζί της! Ή το άλλο, φέτος, που κάνεις ζωντανές φάρσες από σκηνής...
«Πάλι καλά που μ’ αφήνουν να παίζω στα κέντρα διασκεδάσεως. Άλλα παιδάκια που ξέρω, δεν τ’ αφήνουν ούτε στην παιδική χαρά. Δεν έχω παράπονο, και τις φάρσες μου κάνω και υψηλό νυχτοκάματο έχω και ακριβά παιχνίδια αγοράζω. Όμως τι μου λείπει, τι μου λείπει, τι μου λείπει!».
Να τελειώσουμε τη συνέντευξη μ’ ένα παλιό, κλασικό και ωραίο τρόπο: Τι μήνυμα θα ήθελες να στείλεις στους θαυμαστές σου;
«Αυτή τη στιγμή ο Τζιμάκος απουσιάζει. Αφήστε το μήνυμά σας μετά τον χαρακτηριστικό ήχο. Μπιπ...»
«Τζιμάκο, να έρθω να παίξουμε στρατιωτάκια;».
ΓΙΑΝΝΗΣ ΝΕΝΕΣ




