ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, 01/08/1986, σελ. 9
Μια τόλμη... αυθαίρετη
Γράφει η Ηρώ Βακαλοπούλου
Οι «Νεφέλες» του Αριστοφάνη διασκευασμένες από το «Στούντιο 65» στις γιορτές «Ανοιχτού Θεάτρου»
ΜΙΑ «αστική μη κερδοσκοπική εταιρία με έδρα τη Θεσσαλονίκη και δραστηριότητα το θέατρο, τον κινηματογράφο και το Video», το «Στούντιο 65» παρουσίασε στα πλαίσια των γιορτών «Ανοιχτού Θεάτρου» του δήμου Θεσσαλονίκης τις «Νεφέλες» του Αριστοφάνη.
Οι «Νεφέλες» αρχαία κωμωδία ωραίου σατιρικού ύφους και ήθους διαπραγματεύεται με τη σοφιστικότατη κριτική διάθεση του συντηρητικού ιδεαλιστή Αριστοφάνη, την «ποιότητα» των νέων σοφιστικών συστημάτων, ιδεών και αξιών που διαδίδει η Σωκρατική διδασκαλία.
Είναι η έκφραση της ανασφαλούς αστάθειας μιας διάμεσης εποχής, αποσυναρμολόγησης του κλασικού κώδικα, που η ευαισθησία του Αριστοφάνη, παρά την περιορισμένη και καχύποπτη «θέση» του, αναλύει με καταπληκτική και ξεκάθαρη ευστροφία.
Η ομάδα του «ΣΤΟΥΝΤΙΟ 65» δεν δούλεψε το θέατρο του Αριστοφάνη ούτε σαν σκηνική άποψη, ούτε σαν δραματουργική αναβίωση, ούτε σαν μορφική ακολουθία. Στηρίχθηκε στο κείμενο με δημιουργική αυθαιρεσία και έρριξε όλο το βάρος στην προσπάθεια να διαμορφώσει έναν παράλληλο σύγχρονο μύθο με διαχρονικές ορίζουσες, που να εφάπτονται κυρίως στο σημερινό αδιέξοδο.
Η διασκευή του Πάνου Θεοδωρίδη είναι σίγουρο ότι εξόργισε τους κλασικούς φιλόλογους και τους μελετητές του αρχαίου θεάτρου, πέρα όμως από την αρχαιοκαπηλική του πράξη, κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει στον συγγραφέα ότι πέτυχε, να ολοκληρώσει μια εκπληκτικά θαρραλέα φιλοσοφική άποψη πάνω στα κοινωνικά «πράγματα» βασισμένος στην Αριστοφανική έμπνευση την οποία σαν γνήσιος σατιρικός απόγονος δεν πρόδωσε.
Οι «Νεφέλες» του είναι η εικόνα της σημερινής πραγματικότητας σε χώρο ιδεολογικό, γλωσσικό, φιλοσοφικό και κοινωνικό!
Στο «Στούντιο Νεφέλες» οι πολίτες «πληρώνουν» για να βρούνε αντί λύση ανακούφιση στο υπαρξιακό τους αδιέξοδο. Με τις σηματοδοτήσεις της νέας γενιάς του ροκ, του αναρχικού περιθωρίου και της «κούουλ» διαστημικής υπέρβασης, ο σαραντάχρονος Στρεψιάδης, υπόλειμμα της ηρωικής γενιάς του «60», δίνει «όσο - όσο» για να εξασφαλίσει τις δύο βασικές του λαχτάρες. Την επικοινωνία με τον εαυτό του και την επικοινωνία με το παιδί του. Ο Σωκράτης του «Στούντιο Νεφέλες» εκπέμπει απλοποιημένες σλογκανίστικες φιλοσοφικότητες που επουλώνουν τις επιφανειακές πληγές των «πελατών», μεταμορφώνοντάς τους σε φλύαρους αμφισβητίες που «ξερνάνε» τα εσώψυχά τους χωρίς ανασταλτικούς φραγμούς. Ο ίδιος είναι μπολιασμένος με τα σημάδια του διανοούμενου του 20ου αιώνα, μια εικόνα συμπυκνωμένη και συνθετική, το «σήμα κατατεθέν» της μπλαζέ φιλοσοφικής νοοτροπίας που αναζητά και δεν βρίσκει, που θέλει και δεν μπορεί, που ποθεί αλλά δεν βλέπει. Το παθητικό δηλαδή παραγωγό νεκρών κοινωνικών συνθημάτων.
Όταν προς το τέλος της παράστασης ο Φειδιπίδης λέει στον πατέρα του «Μπορώ να σου το αποδείξω αν θέλεις... με τις δύο αντιλήψεις τη δίκαιη... την άδικη... διαλέγετε και παίρνετε...» και ακολουθεί καυγάς, ο Σωκράτης ακούγεται να λέει «Τι γίνεται ρε παιδιά; Ένα “μεντιτέισιον” είπαμε ν’ αρχίσουμε, κοντεύει να τελειώσει το έργο και δεν το κάναμε ακόμα... Τι συμβαίνει...».
Ο κ. Πάνος Θεοδωρίδης στο περσινό του «ρημέικ» είχε τολμηρά αναμετρηθεί με τον Ιούλιο Βερν, από τον οποίο «δανείστηκε» το βασικό καμβά του έργου «Ο γύρος του κόσμου σε 80 ημέρες». Τώρα κάνει το ίδιο με τις «Νεφέλες» του Αριστοφάνη, με περισσότερη σιγουριά.
Θα ήθελα να επιχειρούσε έναν προσωπικό του μύθο, ανεξάρτητο και ανθεκτικό βγαλμένο από τη σημερινή ελληνική πραγματικότητα.
Ταλέντο διαθέτει, σατιρικό κεντρί επίσης που εισχωρεί καίρια και σε βάθος, ευαισθησία και λογοτεχνικό μνημονικό πλήρης, γιατί όχι;
Η Δέσποινα Πανταζή σκηνοθέτησε την παράσταση με τις περιορισμένες πρωτοβουλίες που τις επέβαλε η γραπτή σκηνοθεσία του κειμένου.
Στη θέση των λυρικότατων χορικών του Αριστοφάνη κινήθηκε μια ποικιλία από φόρμες σύγχρονης μουσικής που έγραψαν για τη συγκεκριμένη παράσταση οι συνθέτες: Σάκης Παπαδημητρίου, Τζίμης Πανούσης, Κώστας Βόμβολος, Ηλίας Ζάικος, Νίκος Ντουνουσής και Γιώργος Τσακαλίδης.
Τα κοστούμια του Γιώργου Ακοκαλίδη είχαν κοινωνικό χαρακτήρα, θεατρικό προφίλ και κριτικό συμβολισμό και βοήθησαν εκφραστικά στην απόδοση του πνεύματος της διασκευής. Τεχνικά και θεατρικά σωστοί οι φωτισμοί του Τομ Στόουν. Τα σκηνικά του Γιάννη Χατζηγώγα μπορούσαν να έχουν περισσότερο πλάτος φαντασίας, το κείμενο προσφερόταν.
Από υποκριτική άποψη, οι ηθοποιοί που εμφανίστηκαν στους ρόλους μετέφεραν στη σκηνή τη λαϊκή θεατρικότητα της καθημερινότητας, τηρώντας τις αναλογίες των θιγόμενων κοινωνικών χώρων.
Ο Πάνος Θεοδωρίδης αναδείχτηκε σε έναν αξιόλογο ερασιτέχνη μίμο, πλησιέστερα στους όρους της πρώιμης Κομέντια ντελ’ Άρτε και φυσικά όχι του συμβατικού θεάτρου. Γενικά όλο το υποκριτικό κλίμα διαπνεόταν από έναν «φυσικό» αυθορμητισμό που στάθηκε και το μεγάλο μειονέκτημα της παράστασης. Μόνο ο Τζίμης Πανούσης με τη σκηνική ευφυΐα του «σόουμαν», έπαιζε σε υποδειγματικά επαγγελματικό επίπεδο το ρόλο του Φειδιπίδη, δίχως να καταχραστεί την καθιερωμένη του καλλιτεχνική προσωπικότητα παρά μόνο στα σημεία που εισχωρούσαν στο σκηνικό μύθο.
Τελικά η παράσταση ήταν μια ενδιαφέρουσα εμπειρία. Ευχάριστη στο έπακρο, έξυπνη και πλήρης παρά την αυθαιρεσία της, μακριά από την Αριστοφανική «κατά γράμμα» ανάλυση, πιο πολύ στα χνάρια της μοντέρνας ροκ όπερας που ασεβεί αλλά αποκαλύπτει. Μια θεσσαλονικιώτικη ομάδα με πλούσια «πρώτη ύλη» που περιμένω να ανεξαρτητοποιήσει τη μυθολογία της συγγραφικά, να μην παραμελήσει τους κανόνες της θεατρικής τέχνης χάρη της σιγουριάς του εύκολου λόγου και των εντυπωσιακών ευρημάτων, να ισορροπήσει με δύο λόγια τους άξονες της θεατρικής πράξης υπεύθυνα.
Το «Στούντιο 65» έχει το προσόν να βρίσκεται στο κέντρο των σημερινών πραγμάτων από θέση φιλοσοφημένης αναρχικής αμφισβήτησης.
Η παράσταση των «Νεφελών» έδωσε μια διαχρονική παραλλαγή του αρχαίου σατιρικού μύθου με τη γνησιότερη μεταφορά Αριστοφανικού πνεύματος από Έλληνα απόγονο.
Ηρώ Βακαλοπούλου
