Σχολιαστής, τεύχος 40, Ιούλιος 1986, σελ. 50-51

Μετά την καταδίκη του Τζίμη Πανούση

Ανοιχτή επιστολή στον υπουργό δικαιοσύνης

Κύριε Υπουργέ:

Σ’ αυτή την επιστολή, που η πειθώ της ασκείται, ελπίζω με όχι ολότελα αφηρημένο τρόπο, σκοπεύω να διατυπώσω ένα λογικό και πολιτικό επιχείρημα σε βάρος της περίεργης και ενοχλητικής ιστορίας του να προσάγονται οι καλλιτέχνες στα δικαστήρια, ακόμα και σήμερα, για ζητήματα δημοσίας αιδούς. Υπάρχει ένα είδος υποχρεωτικής, ολότελα παλιομοδίτικης ζώνης ασφαλείας, που το κράτος επιμένει να φοράνε οι διανοούμενοι σε τούτο το, όλο παρακούμπωμα και συγκρούσεις ταξίδι προς τελικό χώνεμα της Ιδέας της Προσωπικής Ζωής, έτσι που η κατάργησή της θα ήταν μάλλον ένα καλό τονωτικό για τα νεύρα μας —μπορεί, ποιος ξέρει, και για τα δικά σας.

Πριν λίγες μέρες, στις 9 Ιουνίου, παρακολούθησα, όχι συμπτωματικά, τη δίκη του συνθέτη Τζίμη Πανούση, που κατηγορήθηκε για το άσεμνο περιεχόμενο ενός απ’ τους δίσκους του και καταδικάστηκε σε φυλάκιση πέντε μηνών, καθώς, ορισμένα σημεία του έργου αυτού, σύμφωνα, πάντα, με το σκεπτικό, διατηρούσαν, πολύ κακόβουλα, την ιδιότητα να θίγουν την ευαισθησία του μέσου ανθρώπου. Σε τούτο το σκεπτικό εμφανίστηκαν, λοιπόν, μερικές παρανοήσεις που θα επιθυμούσα να σχολιάσω εδώ.

Ομολογώ ότι με διευκολύνει κάπως, το να ξεκινήσω από μια περιοχή αφύσικων αιχμών στο επιχείρημα του κ. Εισαγγελέα. Αυτός ο τελευταίος, στην αγόρευσή του, καθόρισε, με περισσότερη ειλικρίνεια παρά επιείκεια, τον μέσο άνθρωπο, ή μάλλον τους μέσους ανθρώπους (έμοιαζε να υπάρχει, μέσα στο δικαστήριο, ένα ολόκληρος λόχος από τέτοιους!) σαν ένα αφηρημένο σύνολο από «κυρα-Μαρίες και κυρα-Κατίνες». Αυτή η κυριολεκτική και ασύλλαχτη διατύπωση δεν αφήνει περιθώρια αμφιβολίας ως προς το γεγονός ότι η Έδρα χρησιμοποίησε τον όρο «μέσος» για να υποδείξει μια μεγάλη και συμπαγή μερίδα της μικροαστικής τάξης, εκείνης που, καθώς γνωρίζουμε, αποτελεί το προπύργιο της υπεράσπισης όλων των αντιδραστικών ζητημάτων. Ωστόσο, η μέριμνα για την απειλημένη ευαισθησία αυτής της γειτόνισσας, αυτής της θυρωρίνας, που όλοι φαίνεται να υποφέρουμε εξίσου την δυσάρεστη επιρροή της, και τη δυσοσμία των πνευματικών της συνηθειών, προσέκρουσε, τελικά σε κάτι που έμοιαζε, εκ πρώτης όψεως, με αντίφαση, χωρίς να είναι, όταν ο ίδιος ο Εισαγγελέας, μπαίνοντας, πιθανόν από κεκτημένη ταχύτητα, σε μια αδιάβατη και λανθασμένη διακλάδωση του επιχειρήματος, ταύτισε αυτήν ακριβώς την ταλαίπωρη και δακτυλοδεικτούμενη «κυρα-Κατίνα» με το «υγιώς σκεπτόμενο άτομο». Τούτος ο απρόσκλητος «υγιώς σκεπτόμενος» ήταν μια παράξενη κορώνα στην αγόρευση του Εισαγγελέα, που μετέφερε στην αίθουσα έναν αντίλαλο χειρότερων εποχών, και πιθανόν ένα ρίγος ανησυχίας να διαπέρασε ορισμένους στο ακροατήριο, οι οποίοι είδαν, ξαφνικά, σαν από λάθος της φύσης, να συγχέονται οι έννοιες της συμπαθούς ηλιθιότητας και της πνευματικής ακτινοβολίας. Ο «υγιώς σκεπτόμενος» και η «κυρα-Κατίνα» έμοιαζαν να είναι οι μόνοι που θίγονταν απ’ τους στίχους του Πανούση, τις τολμηρές επιθεωρήσεις, τον Σαντ, τις αισχρολογίες των εφήβων, τον γυμνισμό, κι ένα σωρό ακόμα αποδεχτά πράγματα· ήταν, με δύο λόγια οι μόνοι που συνειδητοποιούσαν το χρέος ν’ αντισταθούν στη λεγόμενη χυδαιότητα, όπου κι αν την ανακάλυπταν: προφανώς επρόκειτο για τον ίδιο άνθρωπο —κάτι πολύ κακό, πραγματικά, για την υγεία της σκέψης!

Ο συνήγορος κ. Παππάς, ένας νηφάλιος και πολύ ευέλικτος ρήτορας, απομόνωσε έξυπνα αυτό το σημείο: η βαθύτερη ουσία της Δικαιοσύνης, εξήγησε, θα μπορούσε να είναι επίσης, και παράλληλα, η πολιτική, με την ευρύτερη έννοια φυσικά, το προχώρημα της συνείδησης, η ικανότητα του δικαστηρίου να προσαρμόζεται στις διακυμάνσεις ενός κλίματος ρέουσας πραγματικότητας—σ’ όλες αυτές τις επιμέρους αλλά σημαντικές μεταβολές που επέφερε, πάνω στη σκέψη και τη ζωή, κάθε φιλελεύθερη ιδέα η οποία επαληθευόταν στην πράξη· πράγμα που θα ’υποχρέωνε ή θα παρακινούσε τους δικαστές να ασκούν, με τις αποφάσεις τους, ένα είδος νομοθετικής επιρροής, μια θετική αλλοίωση στο αποστεωμένο πλέγμα όλων εκείνων των δυσχερειών που ευνοούσαν την κυριαρχία των προκαταλήψεων στη ζωή των ανθρώπων. Τέτοιες, ήταν, οπωσδήποτε ο νόμος βάσει του οποίου δικάστηκε ο Πανούσης —ένα στριφνό κατασκεύασμα που είχε την ηλικία και τη σεμνότητα της γιαγιάς του επιστολογράφου, τη στιγμή που οι άνθρωποι συμπεριφέρονται πολύ διαφορετικά! Έπρεπε άραγε το δικαστήριο να απορρίψει τη δυνατότητα να συμφιλιωθεί με τη ζωντανή χροιά του ύφους και του είδους των συγκυριών απ’ τις οποίες ο κατηγορούμενος, ένα ευέλικτο και παρατηρητικό πνεύμα, ήταν ικανός, και υποχρεωμένος, να εμπνέεται, ή θα κατέληγε σε μια παλινδρόμηση, εφαρμόζοντας κατά γράμμα ένα διάταγμα που η λογική του εναρμονιζόταν μόνο με τη στενογραφία, την καθαρεύουσα και τα πρακτικά; Αυτό το δίλημμα παρουσίασε ο συνήγορος, του οποίου το επιχείρημα ήταν μια μελωδία δίχως έπαρση. Καταλαβαίνω γιατί απορρίφθηκε.

Κύριε Υπουργέ:

Προφανώς, το ζήτημα δεν περιορίζεται στη δίκη του κ. Πανούση, αλλά άπτεται μια γενικότερης αυθαιρεσίας. Αν είχατε παραστεί στη διαδικασία σαν παρατηρητής, θα βρισκόσαστε πιστεύω, στην ανάγκη να αναρωτηθείτε κι ο ίδιος για τη διφορούμενη και σκοτεινή σημασία της έννοιας άσεμνο—μιας αληθινής μάστιγας, ενός πραγματικού αινίγματος της Σφίγγας. Τι είναι, επιτέλους, το άσεμνο; Άνθρωποι πολύ πιο διεισδυτικοί και κατατοπισμένοι από μένα το καθόρισαν, ήδη, σαν μια διαταραχή, και μάλιστα συναισθηματικού χαρακτήρα, στη λειτουργία του «δέκτη», κι όχι σαν ένα ελάττωμα του αντικειμένου ή του έργου. Υπάρχουν άνθρωποι που σκανδαλίζονται απ’ την ποίηση του Καβάφη· δεν νομίζω πως εξηγώ κάτι που αγνοείτε. Με τη ασυγχώρητη έλλειψη αγάπης για τα ίδια τους τα κύτταρα, με την παράφορη, σχεδόν οργισμένη, κλίση προς το Κακό, παίζουν όλοι αυτοί το θέατρο της μάχης ενάντια στους φανταστικούς πειρασμούς! Αλλά —κι αυτό είναι το πιο σοβαρό— οι «θεοσεβούμενοι» και οι μικροαστοί, ακόμα κι αν οι ίδιοι το αγνοούν —ή ίσως, ακριβώς γ’ αυτό— δεν είναι άτομα δίχως πολιτική επιρροή· η λογοκρισία αποτελεί, γι’ αυτούς ένα είδος δικαίωσης καθώς το άσεμνο συνιστά, εν μέρει, το βαθύτερο χαρακτήρα της διαφωνίας του ανθρώπου (του μέσου ανθρώπου, πραγματικά!) με οποιονδήποτε και οτιδήποτε απειλεί ν’ αλλάξει τη ζωή του: σήμερα το άσεμνο είναι, στην πραγματικότητα, αυτό που δεν καταλαβαίνουμε.

Ας έλθουμε, λοιπόν, σ’ αυτό το ταλαντευόμενο και αναχρονιστικό σήμερα. Τούτος ο νεαρός μουσικός ο Τζίμης Πανούσης, δικάστηκε για το δυνάμωμα της φλόγας της σάτιράς του, υπήρχε στο ρυθμό της μουσικής του ένας μικρός ανεμοστρόβιλος από αισχρολογίες, μια σπορά από νύξεις συμπάθειας για τα μαγικά και υποτιμημένα σημεία του ανθρώπινου σώματος, ένας αντίλαλος αριστοφανικών ακροτήτων, μια αστραπή από γεύσεις απαγορευμένων φρούτων που οι χυμοί τους κηλίδωναν, με γέλιο και σαρκασμό, τα λευκά σεντόνια του μικροαστού και του ανυποψίαστου: ήταν μια τέχνη για το τμήμα εκείνο της νεολαίας που έμοιαζε να μην έχει ακόμα επαναπαυθεί μακριά απ’ τον υγιή και απόλυτα γήινο ναρκισσισμό του να ζητάς την πρόκληση. Λοιπόν —εντάξει! ο «μέσος άνθρωπος» δεν θα δεχόταν κάτι τέτοιο με ευκολία. Αλλά η Δικαιοσύνη; Θα θυμάστε, ίσως, ότι η έννοια του άσεμνου αποτέλεσε, κατά καιρούς, αντικείμενο ατέλειωτων συζητήσεων που δεν ωφέλησαν κανένα. Το δίλημμα πορνογραφία, ή τέχνη είναι, επίσης, ολότελα αφηρημένο και απατηλό, όχι μόνο για τη Νομοθεσία αλλά και για την Αισθητική· εννοώ ότι τα όρια είναι πέρα για πέρα δυσδιάκριτα, αφού ακόμα και το πιο ασκημένο βλέμμα (ας πούμε του κριτικού) μεροληπτεί και ταλαντεύεται, σα τη βελόνα της πυξίδας, σε κάθε μια από τις περιπτώσεις, παρασυρμένο απ’ τις εσωτερικές και προσωπικές διακυμάνσεις της προτίμησης, δηλαδή μιας παιδείας ή ενός συναισθηματικού κόσμου που νιώθει υποχρεωμένο να υπερασπιστεί. Γιατί θα ’πρέπει, τώρα, ένα δικαστήριο να έρχεται στην εξαιρετικά περίπλοκη στην αδιέξοδη θέση του να κρίνει τι αρέσει σε ποιον; Η λογοκρισία δεν δυσκολεύει μόνο τη ζωή των κατηγορουμένων αλλά και των δικαστών· οι δικαστές θα πρέπει να νιώθουν τον πονοκέφαλο ενός διχασμού ανάμεσα στην απόλαυση του να εφαρμόσουν το Νόμο κατά γράμμα και στη δυσφορία που απορρέει απ’ τη σκέψη ότι θα πρέπει απ’ τη σκέψη ότι θα πρέπει να ξεμπλέξουν, με ανθρώπινο τρόπο, αυτό το κουβάρι των αγκαθιών. Με τι μανούβρες θα το πετύχουν; Δεν μπορούν ν’ απαντήσουν με κανένα τρόπο στο πασίγνωστο επιχείρημα περί Αριστοφάνη· ξεροβήχουν, από μέσα τους, και στριφογυρίζουν αμήχανα· βυθίζονται για να κερδίσουν χρόνο, σ’ ένα θρόισμα χαρτιών και φακέλων, ή κάνουν το λάθος να απευθύνουν στο μάρτυρα περίπλοκες ερωτήσεις κρίσεως που την απάντηση σ’ αυτές, την αγνοούν και οι ίδιοι. Ορισμένοι δείχνουν βαρυεστημένοι, άλλοι καταφεύγουν στην επιείκεια· μια τρίτη κατηγορία δικάζει τη λογοτεχνία σαν παράβαση του κώδικα οδικής κυκλοφορίας. Όταν όμως τύχει να είναι στ’ αλήθεια ευαίσθητοι και προσεχτικοί, δεν ξέρουν κυριολεκτικά τι να κάνουν, ξύνουν το κεφάλι τους μπροστά σ’ αυτό το αλοιθώρισμα της λογικής, μπροστά σ’ αυτό το σόφισμα που λέει ότι απαγορεύεται σήμερα, να γράφουμε και να προφέρουμε κάτι ηχηρές λεξούλες που η κλασική παιδεία, της οποίας οι ίδιοι αποτελούν γέννημα και θρέμμα, τις είχε σε μεγάλη υπόληψη. Κι αν το έργο που δικάζουν σαν «χυδαιολογράφημα», για να μιμηθώ μια έκφραση του κ. Εισαγγελέα, αν αυτό το έργο κρύβει στ’ αλήθεια, κάποια μαγική εικόνα, μια φόδρα διφορούμενων εννοιών κάποιο αόρατο υπόβαθρο καλλιτεχνικής οξυδέρκειας, που τους διαφεύγει; Αν υπάρχει κάποια παγίδα, κάποιο δόκανο κρυμμένου οίστρου, κάποια φιλολογική καταπακτή, σε τούτο το κορύφωμα της αναίδειας που είναι έτοιμοι να απορρίψουν σαν απαράδεκτο; Τι γίνεται τότε; Είναι μια σκέψη που μπορεί να προκαλεί κατάθλιψη σε μερικούς απ’ αυτούς.

Έτσι θα πρέπει τελικά, να συνοψίσω το επιχείρημα σε μια ερώτηση. Γιατί ο Νόμος να είναι τόσο αδέξιος, τόσο ελάχιστα κομψός, όσο και η υποχρέωση ενός καλλιτέχνη να παζαρεύει, προκαταβολικά, την έμπνευσή του με το Υπουργείο; Ο Νόμος δεν θα ’πρεπε, άραγε, ν’ αποτελεί την ηχώ, τη συντονισμένη και αρμονική προέκταση των συνηθειών ενός λαού; Το κριτήριο των σημερινών Ελλήνων είναι, άραγε, αυτό του ’35, αυτό του ’50; Γιατί να υποθέσουμε, τόσο επίμονα, ότι ο Ελληνικός λαός ζει μια παρατεταμένη παιδική ηλικία, ότι υπάρχει κάποια διαταραχή στις εθνικές ορμόνες, κι ότι χρειάζεται να παραμένουμε τυλιγμένοι στις φασκιές της μεταξικής Ηθικής; Ήμαστε, μήπως όλοι, χωρίς να το ξέρουμε, τα υπερφυσικά μωρά της «υγιούς σκέψης»; Αυτή η λογοκρισία, αυτό το μπιμπερό των λαών που δεν έχουν ενηλικιωθεί πολιτικά και πολιτιστικά, αυτή η θορυβώδης κουδουνίστρα της απαγόρευσης ενός μέρους της φυσικής γλώσσας γιατί να επιμένει στο σχολαστικό της βασανιστήριο;

Αλλά —πραγματικά! Η λογοκρισία αποτελεί τον πιο σχολαστικό απ’ τους αναχρονισμούς, γιατί είναι μια απαγόρευση που σημαδεύει την καρδιά της σκέψης κι έτσι αναγκάζεται, η ίδια, να είναι ολότελα άκαμπτη —μια νομική περιπλοκή χωρίς ελαστικότητα: ή την δεχόμαστε ή όχι· ή μπορεί ν’ αποφασίζει ο καθένας για το τι είναι άσεμνο ή όχι: η μοναδική πιθανή βελτίωση της νομοθεσίας θα ήταν η κατάργησή της. Αυτό αποτελεί μια ευχή διατυπωμένη στη γλώσσα του αυτονόητου και της λογικής. Δεν σκοπεύω να σας κουράσω περισσότερο. Υπήρξα ειλικρινής. Έχω δεχτεί, με τον τρόπο μου, να λάβω μέρος σε μια αθόρυβη εκστρατεία ενάντια στη λογοκρισία, και υποθέτω πως υπήρξε, επίσης, μια χροιά προσωπικής ευθύνης στην ανάγκη μου να σας απευθύνω την μακροσκελή διαμαρτυρία. Ελπίζω το ελαφρά συγκεχυμένο και, πού και πού, λυρικό της ύφος να μη δηλητηρίασε την ουσία του ζητήματος που θέτω στην κρίση σας.

Μετά τιμής
Ευγένιος Αρανίτσης