Το Βήμα, 26/01/1986, σελ. 41
Η πρόζα βοηθάει τα κέντρα
Ο λόγος στην πίστα
Το τραγούδι μόνο του δεν επαρκεί πλέον για τις ανάγκες του κοινού που θέλει «πλήρες» πρόγραμμα
ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ο τραγουδιστής όταν σηκώθηκε απ’ την καρέκλα του πάλκου, ήταν για χρόνια σε στάση προσοχής. Ήταν ο «Θεός» που τραγουδούσε και, κάτω, η μάζα που τον άκουγε σχεδόν ευλαβικά. Αυτή η εικόνα όσο πάει και ξεθωριάζει. Οι σύγχρονοι καλλιτέχνες παραβιάζουν τις μορφολογικές συμβάσεις των παλιών και δίνουν στο τραγούδι τους κίνηση και λόγο πέρα από τον στίχο. Η νεολαία θέλγεται και πληρώνει το αντίτιμο του εισιτηρίου, προκειμένου να συμμεριστεί το χάπενινγκ της σκηνής. Που δεν έχει γλώσσα ουδέτερη, ούτε συμβατική, αλλά αντιρητορική και αντιλυρική. Και που έχει ήχο σύγχρονο, πολυφωνικό, ηλεκτρικό. Είναι αυτή η νεολαία που δεν «τη βρίσκει» με το «περίπου» και τα ξεθυμασμένα μυστήρια, αλλά ζητάει την ειλικρίνεια του αυθορμητισμού. Στο τραγούδι βέβαια είναι γενετικά ενιαίος ο λόγος και η μουσική. Αυτός ο λόγος όμως σήμερα παίζει, ίσως, τον σημαντικότερο ρόλο της πορείας του στον χρόνο του τραγουδιού. Κι αυτό σε μια εποχή όπου το γόητρο της γλώσσας αμφισβητείται.
Ο λόγος, σαν συμπλήρωμα σ’ ένα τραγουδιστικό πρόγραμμα, έχει συγκεκριμένη διαδρομή.
Ο ΓΙΑΝΝΗΣ Αργύρης στις αρχές της 10ετίας του ’60 στο πρόγραμμά του στην Πλάκα έλεγε μια προσωπική παρλάτα, δοσμένη με ανέκδοτα και δικά του αστεία. Στα τέλη της ίδιας δεκαετίας, ο Γιώργος Μαρίνος άρχισε δικό του παιχνίδι με τον λόγο, το οποίο του εξασφάλισε τη μοναδικότητά του. Το 1973, κάτω από την μπουάτ «Αρχόντισσα» της Πλάκας, ο Γιάννης Ζουγανέλης, ο Σάκης Μπουλάς και άλλοι με την ίδια φαντασία «έστησαν» το «Μουσικό Καφενείο», «Σούσουρο». Τότε ήταν η πρώτη φορά που μπήκε ο λόγος σαν δράση σε μουσικό κυρίως πρόγραμμα. Κείμενα Μπρεχτ, Βάλεντιν και των συντελεστών της δουλειάς που δεν ήταν «φίρμες», αλλά που τους στήριξε η διανόηση της εποχής. Την ίδια περίοδο ο Διονύσης Σαββόπουλος θεαματοποίησε το πρόγραμμά του στο «Κύτταρο» με παλαιστές, με σκετς, με χάπενινγκ. Το 1977 άρχισε να κάνει τον κόσμο να γελάει και ο Χάρρυ Κλυνν με τις μιμήσεις του και τα αστεία του. Και φτάνουμε στη δική μας δεκαετία, όπου στις αρχές της δημιουργείται το «Αχ... Μαρία» και «στήνει» μεικτά προγράμματα ο Τζίμης Πανούσης.
Παράλληλα όλα αυτά τα χρόνια τα λεγόμενα «μεγάλα» μαγαζιά, στην παραλία ή αλλού έκαναν ρεβύ πίστας. Κάποιοι ηθοποιοί «χρησιμοποιήθηκαν» στις φωτεινές μαρκίζες της εισόδου και κάποιοι συγγραφείς καταναλώθηκαν με κακά σκετς που παίζονται μεταξύ δύο λαϊκών ασμάτων.
Η ανάγκη, λοιπόν, να είναι ένα πρόγραμμα πιο πλήρες φαίνεται ανάγκη διαχρονική. Εφέτος, όμως, σε περίοδο βαθιάς κρίσεως κι ενώ το θέαμα το «ζωντανό» έχει συγκεκριμένους εχθρούς — μονίμως τους μνημονεύουμε — τρία μαγαζιά της Αθήνας είναι κάθε βράδυ γεμάτα κόσμο. Τα προγράμματά τους συνδυάζουν τον λόγο, τα σκετς ή τις προσωπικές παρλάτες με τον ήχο τον σύγχρονο όμως. Δεν είναι ο ήχος σε παρακμή άρα «παίρνουμε» κάποια αστειάκια για να «σώσουν» τα πράγματα. Και ο ήχος και το χιούμορ είναι σε άνθηση. Πρόκειται για το «Κύτταρο», το «Άλσος» και το «Αχ... Μαρία».
Ο ΤΖΙΜΗΣ Πανούσης, που στη σκηνή αυτοσαρκάζεται, κάνει πολιτική σάτιρα, θίγει την αστική μας συνείδηση και μας κάνει να γελάμε. Μας είπε για τον λόγο στην πίστα:
«Εγώ δεν θα υποστήριζα ότι έχει σημασία η δοσολογία λόγου – μουσικής. Το ότι έχουν εμπορική επιτυχία (γιατί για καλλιτεχνική, ποιος ξέρει;) τα συγκεκριμένα προγράμματα δεν νομίζω ότι οφείλεται στο ότι υπάρχει και πρόζα εκτός από τραγούδια, γιατί, αν είχε τέτοια δύναμη ο λόγος δεν θα λιμοκτονούσαν τα θέατρα. Δεν πιστεύω πως υπάρχουν συνταγές για την επιτυχία. Πολύ περισσότερο όταν απευθύνεται στο ελληνικό κοινό, που δεν μασάει (ας ελπίσουμε). Αν επρόκειτο για υπερατλαντικές Show Busines απευθυνόμενες σε Αμερικανάκια, τότε θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για συνταγές επιτυχίας όπως το happy end παλαιότερα ή το μελό της Αφρικής εφέτος κλπ. Η συνταγή, π.χ. του επιτυχημένου ροκά που βάζει το χέρι στην τσέπη για τα παιδάκια της Αφρικής δεν χωνεύεται (ελπίζω) από τη μεγάλη μερίδα των Ελλήνων «ψυλλιασμένων» καταναλωτών που αντιλαμβάνονται πως ο «φιλάνθρωπος» σταρ απολαμβάνει μιας τεράστιας ανέξοδης διαφήμισης εξυπηρετώντας την αντιδραστική και ρατσιστική πολιτική του στυλ «ας στείλουμε και κανένα ξεροκόμματο στους ανίκανους μαύρους».»
Άννα Βλαβιανού
