Αντί, περίοδος Β', τεύχος 284, 29/03/1985, σελ. 48-49
Οι μουσικοί σταθμοί της νύχτας
Από την Πλάκα στην Ιουλιανού κι από εκεί λίγο παρακάτω, στην πλατεία Βικτωρίας, στη Χεύδεν: πολλές χειμωνιάτικες νύχτες μοιρασμένες σε τρία μαγαζιά, σε τρεις φωνές, σε τρία συγκροτήματα. Στο Zoom, όπου άλλοτε κυβερνούσε η Μαρινέλλα, εμφανιζόταν ο Νίκος Παπάζογλου με την Ταχεία Θεσσαλονίκης. Στο Ροντέο, που ποτέ δεν πεθαίνει, οι Φατμέ έβρισκαν επιτέλους ένα μαγαζί που να τους ταιριάζει. Και στο ασφυκτικά γεμάτο Κύτταρο, ο Τζίμης Πανούσης και οι Μουσικές Ταξιαρχίες συνέχιζαν να επιμένουν θεατρικά.
Στο τέλος ανακάλυψα ότι κάτι ένωνε μέσα σου αυτά τα τρία προγράμματα, ένα μυστικό νήμα με οδηγούσε από το ένα στο άλλο, πέρα από τις ανάγκες της νύχτας. Συνειδητοποίησα ότι, πριν απ’ όλα, και στις τρεις περιπτώσεις το κύριο ενδιαφέρον βρισκόταν στο άκουσμα, όχι στον καταπιεστικό ηχητικό βομβαρδισμό της συναυλίας ή του χορευτικού κέντρου ούτε στο αφόρητο εκείνο νανούρισμα που κυριαρχεί σε φαινόμενα τύπου μπουάτ ή επιδείξεων δεξιοτεχνίας, αλλά στην επαφή με κάποιον που τραγουδάει σα να σου απευθύνει το λόγο. Κι αυτό γινόταν άμεσα και έντονα, ηλεκτρικά, χωρίς ψεύτικες διαθέσεις εξομολογήσεων ή προκηρύξεων, άλλοτε νευρικά κι άλλοτε ειρωνικά, καμιά φορά ήρεμα ή αμήχανα, ποτέ όμως σε λάθος τόνο. Με δυο λόγια, τα τραγούδια σ’ αυτά τα τρία προγράμματα με έφερναν κοντά σ’ αυτό το πολύμορφο βουητό που φτάνει στ’ αυτιά μου όταν δεν είμαι απασχολημένος με καλλιτεχνικά γεγονότα, στους ήχους της Αθήνας ή της Θεσσαλονίκης, το μουρμουρητό του τρανζίστορ, τη μουσική που βγαίνει απ’ τα σπίτια το καλοκαίρι και γίνεται ένα με το θόρυβο του δρόμου, το βόμβο απ’ τις κουβέντες μέσα στο λεωφορείο, τα τραγούδια που ακούγονται στα ταξί. Και τι παραπάνω μπορεί να κάνει ένας μουσικός από το να εκφράσει και να φωτίσει τη ραχοκοκκαλιά που διατρέχει το γλυκύτατο αυτό χάος; Εννοώ ότι τα τρία προγράμματα που με ταλαιπώρησαν αυτό τον ευλογημένο χειμώνα εμφανίστηκαν μπροστά μου σαν οι ηχητικές εγγυήσεις για μια συνάντηση με την πραγματικότητα. Θα εξηγηθώ αμέσως, εξετάζοντας τα ξεχωριστά.
Νίκος Παπάζογλου ή πώς μια φωνή συμφιλιώνεται με τη διαδρομή της.
Σ’ ένα πρόγραμμα ηλεκτρικό και ηλεκτρισμένο στο Zoom, ο Νίκος Παπάζογλου ξεδίπλωσε τη γοητεία μιας φωνής που έχει ταξιδέψει παντού, από τους Olympians στους οποίους τραγούδησε για ένα διάστημα αντικαθιστώντας τον Πασχάλη, μέχρι τις λαμπρές συνθέσεις των Ξυδάκη - Ρασούλη. Στο πρόγραμμα του αναπτύσσεται λοιπόν η διαδρομή μιας φωνής, μιας σωματικής εμπειρίας. Η διαδρομή αυτή όμως είναι ταυτόχρονα εσωτερική και δεν έχει να κάνει με κάποια ποικιλία του ρεπερτορίου. Αντίθετα, ο Παπάζογλου ενοποιεί τους διαφορετικούς σταθμούς της φωνητικής αλλά και της πνευματικής πορείας του κι έτσι ένας αμανές μπορεί κάλλιστα να εκραγεί πάνω σε μια σάμπα (όπως στο Χτες Βράδυ) χωρίς αυτό να φαντάζει εγκεφαλικό. Η ιδέα που υπάρχει πίσω απ’ αυτή τη μίξη είναι σωματική. Σα να σκεφτόταν ένα σώμα ανακαλώντας, εκείνη τη στιγμή, τις περιπέτειες του ή σαν να εκφραζόταν μια φωνή συναρμολογώντας μυστικά τα επιφανειακά ασύνδετα κομμάτια ενός αποσπασματικού κόσμου που όταν εσωτερικεύεται και προσωποποιείται αποκτάει νήμα και νόημα.
Ο Παπάζογλου τραγουδώντας διαθέτει και εξασκεί τη γοητεία μιας φωνής που συμφιλιώθηκε με τη διαδρομή της και με όσα συνάντησε στο δρόμο της, πράγμα σπάνιο. Η δουλειά του δεν έχει τόσο να κάνει με μια σύνθεση μουσικών ειδών, όπως έγραφαν ή θα γράψουν στο μέλλον οι τεμπέληδες δημοσιογράφοι, όσο με μια εμπλοκή με την πραγματικότητα και κυρίως την άμεση πραγματικότητα των ήχων που μας περιβάλλουν. Η εργασία αυτή όμως θα αποτύγχανε αν ήταν διανοητική, αν προσπαθούσε δηλαδή να μετατρέψει σε αντικείμενο την αγάπη της (βλ. την αποτυχημένη συνάντηση Σπανούδάκη - Σαλέα). Πέτυχε όμως γιατί παραδόθηκε στο βίωμα κι έτσι αυτά τα τραγούδια και οι εκτελέσεις τους ακούγονται μάλλον αυτονόητα παρά πρωτότυπα.
Το τραγούδι - κλειδί του προγράμματος ήταν για μένα ο Αύγουστος, ένα ερωτικό κομμάτι που μοιάζει να μην γράφτηκε ποτέ στο χαρτί αλλά να τραγουδήθηκε κατευθείαν από το Νίκο Παπάζογλου. Είναι ένα τραγούδι στο κενό, από μια άποψη, μια και δεν αναφέρεται τελικά σε κανένα μουσικό είδος και ταυτόχρονα φαντάζει παράξενα γνωστό, σα να το έχουμε ήδη ακούσει. Στο δίσκο του Παπάζογλου (το Χαράτσι) έλαμπε ήδη αρκετά, στο πρόγραμμα όμως το τραγούδι αυτό ακτινοβολούσε, αποτελώντας την αποφασιστική στιγμή της εμπλοκής του ακροατή στο πρόγραμμα, σα να ανοίγει κανείς μια πόρτα και να βρίσκεται επιτέλους σ’ ένα μέρος που επιθυμούσε να γνωρίσει από καιρό. Ο τελευταίος στίχος του τραγουδιού γινόταν έτσι η περίληψη ολόκληρου του προγράμματος: «Θα πάω κι ας μου βγει και σε κακό».
Και δυο λόγια για την Ταχεία Θεσσαλονίκης, ένα συγκρότημα φτιαγμένο από αίσθημα, ρυθμό, ηλεκτρισμό και άπειρα κρουστά, που αποδεικνύει ότι η τεχνική αποδίδει όταν φωτίζεται από τη συμμετοχή σε κάτι κοινό κι ότι η τελευταία δεν μπορεί παρά να αφορά όχι τόσο φόρμες και σχήματα, όσο τη συνάντηση μερικών ανθρώπων πάνω στη σκηνή. Οι συναντήσεις είναι δύσκολες τώρα τελευταία. Οι ορχήστρες φαντάζουν τις περισσότερες φορές σαν σκηνικά για να υπάρξουν μερικές φωνές, κάτι σαν πολυτελείς επιπλώσεις. Στο Zoom συνέβη το αντίθετο: δεν είχε παρά να παρακολουθήσει κανείς τα βλέμματα που αντάλλαζαν φέτος το χειμώνα επί σκηνής ο Νίκος Παπάζογλου με τον Γιώργο Πεντζίκη και τους άλλους μουσικούς της Ταχείας.
Φατμέ ή το νόημα του ρίσκου
Οι Φατμέ ταξίδεψαν φέτος στη Θεσσαλονίκη όπου ηχογράφησαν τον τρίτο τους δίσκο (το Ρίσκο) στο στούντιο του Νίκου Παπάζογλου που έκανε την παραγωγή. Επιστρέφοντας στην Αθήνα έπαιξαν στο Ροντέο. Η επιλογή ήταν σωστή: η μουσική τους, ηλεκτρική, δραματική και καθαρή, απαιτεί ένα χώρο μαζεμένο, σχεδόν στρογγυλό. Ο Νίκος Πορτοκάλογλου, συνθέτης και τραγουδιστής, έχει την αίσθηση μιας τραγικής προσέγγισης των πραγμάτων που δεν γίνεται όμως ποτέ υστερική. Αντίθετα, η βάση της βρίσκεται στο παιχνίδι, σ’ αυτά τα παιχνίδια που εφευρίσκουν τα παιδιά που μεγάλωσαν στις αθηναϊκές πολυκατοικίες και που είναι αρκετά εσωστρεφή, διαθέτουν όμως μια εκφραστική δύναμη που δεν έχει ξεσπάσει ακόμα.
Οι Φατμέ είναι ευαίσθητο συγκρότημα, όπως θα λέγαμε ότι ένα φωτογραφικό φιλμ είναι ευαίσθητο και κάθε τι που γράφει μέσα τους θα βγει οπωσδήποτε κάποια στιγμή, αυτό αποδεικνύει ο τελευταίος τους δίσκος. Απευθυνόμενοι στον Παπάζογλου αναζήτησαν τη βοήθεια μιας άλλης ευαισθησίας περισσότερο εξωστρεφούς. Κατάφεραν να αναπτύξουν έτσι τη σχέση τους με το λαϊκό τραγούδι, μια σχέση που δεν είναι καθόλου φιλολογική μια και αναζητά το πνεύμα κι όχι τόσο το γράμμα των λαϊκών τραγουδιών. Στο Ροντέο, ο Νίκος Πορτοκάλογλου και η παρέα του τραγούδησαν μόνο δικά τους τραγούδια, παραδίδοντας στους ακροατές που μπορούσαν να τους παρακολουθούν άνετα ακόμα κι από τα σκαμνιά του μπαρ (επιτέλους!) ένα κόσμο συνεκτικό, οικοδομημένο από στέρεους ήχους κι ωστόσο ποτέ ναρκισσευόμενους, πάντα τοποθετημένους σωστά (εδώ πρέπει να επισημάνουμε το ρόλο των ντραμς, που ο Οδυσσέας Τσάκαλος χειρίζεται σχεδόν αρχιτεκτονικά, χωρίς να υποκύπτει ούτε μια στιγμή σε επιθυμίες εντυπώσεων).
Ο ήχος των Φατμέ έγινε ένα με το Ροντέο, με τους φωτισμούς, τα ποτά και τις φάτσες γύρω μου, ακόμα και με τα τραγούδια που έβαζε στο διάλειμμα ο ντισκ τζόκεϋ. Με δυο λόγια, το συγκρότημα αυτό είναι υποβλητικό. Ξέρει να παίζει χωρίς να καταπιέζει, είναι ειλικρινές και αγαπάει το κοινό του, χωρίς να βιάζει καταστάσεις. Οι αθηναϊκές συνοικίες παίρνουν ήρεμα την εκδίκησή τους και σ’ αυτή την ηρεμία (διάβαζε: νηφαλιότητα) βρίσκεται το ρίσκο του να κυνηγάς περισσότερο την έκφραση παρά την επιτυχία άνευ όρων. Και οι Φατμέ, όπως όλοι οι ευαίσθητοι άνθρωποι, ζητάνε κάτι τέτοιο με επιμονή.
Τζίμης Πανούσης ή ο Θρίαμβος του Θεάτρου
Στο κατάμεστο Κύτταρο το πρόγραμμα του Τζίμη άρχιζε με Χοντρό-Λιγνό ντουμπλαρισμένο στα γερμανικά. Ο Τζίμης, με εργατική φόρμα καθήλωνε στη συνέχεια το ακροατήριο πραγματοποιώντας ένα απίστευτο «Θέατρο του ενός» που διανθιζόταν από μερικά τραγούδια άψογα παιγμένα, σκληρά και τραγουδισμένα χωρίς καμιά διάθεση παρωδίας. Ο Τζίμης δεν λέει αστεία κατά τη γνώμη μου, έχοντας βέβαια φοβερή πλάκα. Αυτό που επιχειρεί είναι ένα θέατρο των επίσημων λόγων που μας παιδεύουν όλα αυτά τα χρόνια, λόγων πολιτικών, κοινωνικών, καλλιτεχνικών που στο πρόγραμμα παραθέτονται και μπλέκονται μεταξύ τους αναιρώντας ο ένας τον άλλο. Αποκαλύπτεται έτσι ένα βασικό συστατικό της φρασεολογίας που μας κατακλύζει: η ματαιοδοξία της. Από ποια θέση μιλάει ο Τζίμης; Μα φυσικά από τις τρύπες, τα κενά που αφήνουν αυτοί οι λόγοι, από όλα όσα προσπαθούν να κρύψουν και που παρόλα αυτά τρυπώνουν μέσα τους. Η μέθοδος του Τζίμη είναι αποφατική: δεν μας λέει τι είναι, επιμένει όμως να υποδύεται όλα όσα δεν είναι. Έτσι, τελικά ο Τζίμης είναι κάποιος που φανταζόμαστε, ενώ είναι μπροστά μας. Να λοιπόν η ουσία του θεάτρου, που τη συναντάει κανείς πιο εύκολα στο Κύτταρο παρά στα περισσότερα αθηναϊκά θέατρα.
Το πρόγραμμα στο Κύτταρο έχει φτιαχτεί για να σε αφήνει άναυδο κι αυτή είναι μια κατάκτηση της νυχτερινής Αθήνας που ρέπει όλο και περισσότερο στην αοριστία, σε κάτι θαμπό, που μπορεί βέβαια να σε ζαλίζει, δεν σε αφήνει όμως να εκπλαγείς αν δεν είσαι μεθυσμένος (όχι πως το τελευταίο είναι κακό, προς θεού!). Ο Τζίμης απαιτεί την προσοχή, ποτέ όμως δεν την εκβιάζει, την έχει κερδίσει ήδη με την πρώτη λέξη. Ένα δείγμα αυτού του προγράμματος είναι ένας δίσκος ζωντανά ηχογραφημένος που αυτή τη στιγμή παίζει μπουνιές με τον εισαγγελέα, την εταιρεία CBS (που δεν επιτρέπει την έκδοση της διασκευής του τραγουδιού Σουζάνα) και άλλες σκοτεινές δυνάμεις. Πάλι τα ίδια!
Χρήστος Βακαλόπουλος

