ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, Τρίτη 26/02/1985, σελ. 14
«Είμαι καλλιτέχνης-προβοκάτορας»
Τζίμης Πανούσης εξομολογούμενος
Του Φώτη Απέργη
Ο Τζίμης Πανούσης, αντίθετα με τους πολλούς, όταν σου μιλά κατ’ ιδίαν είναι χαμηλόφωνος, συχνά διστακτικός, μπορεί και ντροπαλός καμιά φορά. Όταν όμως αποφασίζει να μιλήσει δημοσίως —και το κάνει κάθε βράδυ— σηκώνει τη φωνή και ξεχνά κάθε δισταγμό, καθώς λέει, ή τραγουδά τα πράγματα — όλα τα πράγματα, με τ’ όνομά τους.
Σ’ αυτήν ακριβώς την ελευθερία —ή ελευθεριότητά του— που πληρώθηκε ως τώρα με δίκες, λογοκρισίες, αλλά και γεμάτες από κόσμο αίθουσες, οφείλει τη μοναδικότητα, ή κατ’ άλλους τη δημοτικότητά του.
Έξυπνος, οξυδερκής, σαρκαστικός —για τους μεν—, εξυπνάκιας, αντιδραστικός, χυδαιολόγος —για τους δε—, ο Τζίμης Πανούσης, όπως και να τον πείτε, τρία χρόνια μετά την πρώτη του επαφή με τη δημοσιότητα παραμένει ακούραστα προκλητικός.
Ακαταπόνητος, με σπάνια για την πόλη μας ζωντάνια και οξυδέρκεια, εξακολουθεί τους πάντες και τα πάντα να σαρκάζει, από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας ως τον εαυτό του, μέσα από κωμικές παρλάτες και δραματικά τραγούδια, που παρουσιάζει μαζί με το συγκρότημά του, τις «Μουσικές Ταξιαρχίες», από σκηνής τώρα του «Κύτταρου».
Με την ευκαιρία της κυκλοφορίας του προγράμματός του σε δίσκο, αυτές τις μέρες, τον συναντήσαμε. Και τον ρωτήσαμε πρώτα γι’ αυτήν τη διαφορά του «Κύτταρου», από τα κέντρα που παλαιότερα τον στέγαζαν, αποπνέοντας, ίσως, τότε μια «μάχιμη ατμόσφαιρα»:
«Από την αρχή της καριέρας μου εμφανίζομαι σε νυχτερινό κέντρο. Και “μάχιμη ατμόσφαιρα” με αντίτιμο εισιτηρίου δύσκολα μπορώ να φανταστώ. Κι εδώ που τα λέμε είναι λιγάκι παιδικό να συνδυάζεται η αμφισβήτηση με την αθλιότητα του χώρου όπου μπορεί να εκφράζεται, μόνο και μόνο επειδή αυτό λειτουργεί σαν εφέ...»
— Για τα εφέ του «Κύτταρου», το βελούδο και τα στρας, τι λες;
«Τον χώρο τον φτιάχνει ο καλλιτέχνης που μπαίνει μέσα. Όχι τα εφέ».
— Είναι το ίδιο και με την εταιρεία των δίσκων; Δεν απαιτεί πίστωση για να συνεργαστείς μαζί της;
«Αν δεν είχα πάει στην εταιρεία δεν θα μπορούσα να δουλέψω. Αλλιώς είναι να πηγαίνεις στη δίκη με τον διευθυντή της πολυεθνικής, που πρέπει να αθωωθεί, οπότε αθωώνεσαι κι εσύ, κι αλλιώς μόνος σου. Κι αφού δεν μου ζήτησε υποχωρήσεις, γιατί όχι;»
— Να ξαναγυρίσουμε στα κέντρα. Παλιά ερχόταν διαφορετικός κόσμος, έτσι δεν είναι;
«Παλιά έρχονταν μικρότερα παιδιά που το ’βλεπαν καλό σαν φάση. Αλλά όταν δεν ήξεραν ποιος είναι ο Μαρξ, όταν δεν διάβαζαν εφημερίδες, δεν μπορούσαμε να επικοινωνούμε».
— Τώρα απευθύνεσαι σ’ ένα διαφορετικό κοινό;
«Να σου πω, στις καθημερινές παραστάσεις υπάρχει ένα συγκεκριμένο κοινό, γύρω στα τριάντα. Οι περισσότεροι με μούσι και αριστεροί. Τα Σάββατα αφήνουμε και μερικούς δεξιούς φιλελεύθερους και κάνα-δυο του ΚΟΔΗΣΟ. Δίνω, βλέπεις, μεγάλη βάση στα κοινωνικά φρονήματα των ακροατών μου...».
«Εν αρχή ην ο λόγος...»
— Εκτός από το κοινό έχει αλλάξει και το πρόγραμμά σου. Δίνεις τώρα πολύ μεγαλύτερο ποσοστό στον λόγο, στην παρλάτα...
«Εν αρχή ην ο λόγος. Το τραγούδι είναι λόγος με μουσική υπόκρουση. Οι πρόζες είναι τραγούδια με υπόκρουση σιωπής. Γι’ αυτό και δηλώνω τραγουδιστής μέχρι να τελειοποιήσω τις ακροβατικές μου ικανότητες και να με κερδίσει ο χώρος του τσίρκου».
— Πολλοί δυσπιστούν απέναντί σου. Είναι επειδή παρεξηγούνται με τον σαρκασμό σου;
«Μπορεί. Γιατί εγώ δεν θέλω να κάνω το χατίρι του θεατή. Δεν θέλω να του δώσω αυτό που περιμένει».
— Αλλά τι θέλεις;
«Εμένα μ’ αρέσει το παιχνίδι. Έχω μια διάθεση σάφρας. Από πιτσιρικάς την είχα. Με την τάση να φτάσει μέχρι τα άκρα».
— Ποια μπορεί να είναι τα άκρα;
«Τα άνω ή τα κάτω».
— Εσύ θα μου πεις.
«Ξέρω γω, να σπάσουμε το μαγαζί, να μπουν τα ΜΑΤ, έτσι στα ψέματα, και βάλε...».
— Είναι γι’ αυτά, που μερικά σημεία του προγράμματός σου στερούνται «λεπτότητας»;
«Δεν μ’ αρέσει η “λεπτότητα”. Γιατί μετά την ψωνίζεις με τη σοβαρότητα και άλλα παρόμοια παραμύθια περί τέχνης. Γι’ αυτό και μπορώ να λέω και διάφορες χοντράδες. Είναι γιατί δεν προσχεδιάζω παρά ελάχιστα. Τα περισσότερά μου βγαίνουν στη ροή του προγράμματος».
— Προσέχεις πάντως μάλιστα πως οι παρλάτες σου είναι κωμικές, ενώ τα τραγούδια σου δραματικά. Τα ερωτεύεσαι κιόλας.
«Αισθάνομαι λίγο άσχημα όταν λέω τα τραγούδια. Κι επειδή τα λέω κάθε βράδυ, τα σαρκάζω. Γιατί το βασικό πρόβλημα αυτό είναι: Να μην παραμυθιάζεσαι, να μη σου λείπει ο αυτοσαρκασμός».
— Αυτός ο σαρκασμός δεν είναι μια άμυνα μπροστά σε κάτι δραματικό;
«Ε, βέβαια».
— Και δεν είναι εύκολη λύση αυτό;
«Αντίθετα, είναι επώδυνη. Όταν τελειώνει το πρόγραμμα αισθάνομαι σαν νάχω κάνει ψυχανάλυση και μετά σάουνα».
— Πολλοί θέλουν κάπου να σε κατατάξουν. Να πουν πως είσαι ένα είδος «μάχιμου καλλιτέχνη».
«Ουδέποτε εδήλωσα τέτοιος. Άλλωστε τον χώρο αυτό καλύπτουν επάξια ο Γιάννης Μαρκόπουλος, ο Πάνος Τζαβέλλας, οι “Μάτζικ ντε Σπελ” και κάμποσοι άλλοι».
— Εσύ πού κατατάσσεις τον εαυτό σου;
«Η δουλειά μου είναι καλλιτέχνης-προβοκάτορας. Είμαι ο Δούρειος Ίππος στο στρατόπεδο των στρατευμένων καλλιτεχνών».
— Πώς θα σου φαινόταν ο χαρακτηρισμός «Μαρίνος των Εξαρχείων»;
«Ηλίθιος!»
— Σε τι διαφέρεις από τον Μαρίνο ή τον Χάρρυ Κλυν;
«Βασικά εγώ παίρνω ναρκωτικά. Πράγμα που δεν νομίζω να κάνουν αυτοί. Ή, κι αν ακόμα παίρνουν, αποκλείεται να είναι τόσο σκληρά όσο τα δικά μου. Μου δίνουν επίσης την εντύπωση ότι προσπαθούν να απολογηθούν...».
— Ένα είδος απολογίας δεν είναι κι ο δικός σου αυτοσαρκασμός;
«Ναι, αλλά δεν είναι η θέση μου αυτή. Υπάρχει και ο σαρκασμός της απολογίας. Βέβαια, εν όψει της πυρηνικής καταστροφής δεν μετράνε και πολύ οι διαφορές μας. Όλοι στο ίδιο καζάνι βράζουμε».
— Θα ’λεγες πως συγγενεύεις περισσότερο με τον παλιό Σαββόπουλο;
«Δεν νομίζω ότι έχουμε καμιά συγγένεια. Ο Διονύσης είναι από τη Θεσσαλονίκη κι εγώ απ’ την Αθήνα. Βέβαια, αυτό τον καιρό μένουμε κι οι δύο στο Παλαιό Ψυχικό...».
— Ίσως μ’ αυτό που λέμε «ελληνικό ροκ»;
«Δεν αισθάνθηκα ποτέ σ’ αυτόν το χώρο. Τον θεωρώ πολύ μίζερο και δεν μου πάει. Το ελληνικό ροκ δεν στέκεται, γιατί δεν χρησιμοποιεί οικεία στοιχεία. Δεν σου μιλάει για πράγματα που σ’ ενδιαφέρουν. Είναι εισαγόμενο».
— Στο πρόγραμμά σου, το ίδιο καταφέρεσαι και κατά κάποιου του λαϊκού τραγουδιού. Γιατί λες, ας πούμε, «όχι άλλο Νταλάρα»;
«Δεν είμαι κατά του λαϊκού τραγουδιού, αφού αυτό είναι το αντικείμενο της εργασίας μου. Κι ούτε αφορά μόνο τον Νταλάρα. Θα μπορούσε να αφορά και τον Μάικλ Τζάκσον. Είναι που δεν υποφέρω αυτή την ταμπέλα “Ο τραγουδιστής”. Που στο κάτω-κάτω είναι και ο πιο ευάλωτος».
— Ευάλωτος σε τι ακριβώς;
«Στην κατανάλωση, σε όλα. Το είδος που πλασάρει ο Νταλάρας είναι το χάμπουργκερ στο τραγούδι».
— Ωστόσο, εξίσου σαρκάζεις και τους δημιουργούς.
«Μα, ναι. Αυτό που με κάνει εμένα να βγαίνω στη σκηνή είναι ατραξιόν σαν αυτές του Ρίτσου με τις γούνες, του Θεοδωράκη, του Ανδριόπουλου κ.λπ.».
— Δηλαδή;
«Είναι αυτός ο φοβερός συνδυασμός του νεόπλουτου της Αριστεράς. Έχει δοθεί πλέον το κατευόδιο στους αριστερούς να μπαίνουν στην παραγωγή. Κι αυτοί το κάνουν χαμογελώντας ευτυχισμένοι».
— Εσύ δεν μπήκες στην παραγωγή;
«Εγώ δεν το παίζω αριστερός».
— Τι νομίζεις εσύ πως λείπει τελικά;
«Αυτό που λείπει από τον Νεοέλληνα είναι μια διεκδίκηση ποιότητας. Βλέπεις τώρα τον Χατζιδάκι και τον Θεοδωράκη να συνδικαλίζονται, αλλά μόνο για θέματα οικονομικά. Τα ουσιαστικά δεν φαίνεται ως τώρα να τους αφορούν. Ακόμα κι αυτοί καταδέχονται να δίνουν τη μουσική και τους στίχους τους στον κάθε Κωστόπουλο για να τα εγκρίνει...».
— Εκτός από τον σαρκασμό των πάντων, στο πρόγραμμά σου υπάρχει και κάποια θέση, σαν αυτή;
«Να σου πω, αν έρθεις νωρίς, μπορείς να βρεις και κάποια θέση. Καλύτερα όμως να πάρεις από πριν τηλέφωνο, να κλείσεις μια, για νάχεις το κεφάλι σου ήσυχο. Γιατί γελάς;»
Ο Τζίμης Πανούσης πάνω στη σκηνή σε όλο του το μεγαλείο...