ΤΟ ΒΗΜΑ, 13/01/1985, σελ. 21

Κανένας από τους εκπροσώπους του δεν αμφισβητεί την ύπαρξή του, αν και μερικοί το θεωρούν απλώς σύγχρονη ελληνική μουσική ή λαϊκό τραγούδι

Ελληνικό ροκ: τριάντα χρόνια στα σπάργανα

ΡΟΚ. Για κάποιους τρόπος ζωής και για κάποιους άλλους «λαϊκή τέχνη». Σίγουρα, όμως, μπερδεμένη υπόθεση και υποβαθμισμένη. Μιλάμε, βέβαια, για το ελληνικό ροκ που αμφισβητείται, που ακολουθεί τα ξένα ρεύματα, δίχως όμως να τα έχει αφομοιώσει, και που αναζητεί την ταυτότητά του στις συναυλίες, στους δίσκους και στους δρόμους της μοναξιάς του.

Καθαρό ροκ στην Ελλάδα δεν συναντά κανείς κάθε μέρα. Συναντά, όμως, 70 συγκροτήματα —επαγγελματικά ή όχι— που παίζουν, κυρίως, χορευτική ροκ, «ανώδυνη» όπως τη χαρακτηρίζουν οι ειδικοί. Το ροκ έχει ήδη ζωή 30 χρόνων τουλάχιστον. Το ροκ δεν ισχύει από τότε που εφευρέθηκε ο όρος. Προϋπήρχε. Το μπούγκι, ροκ ήταν. Το μπλουζ επίσης. Το ροκ εν ρολ, κυρίως.

«Το ροκ είναι μια σύμπτυξη», λέει ο Δημήτρης Πουλικάκος, ο γνησιότερος ίσως εκπρόσωπός του στη δική μας πραγματικότητα. «Ο όρος δόθηκε κάποια στιγμή σαν χαϊδευτικά. Πως τον Παναγιώτη τον λένε Τάκη; Έτσι και το ροκ εν ρολ έγινε ροκ».

Στην ελληνική ροκ σκηνή, έχουμε τα αγγλόφωνα συγκροτήματα και τα ελληνόφωνα. Τα δεύτερα «δουλεύουν» τον τελευταίο καιρό εναντίον των πρώτων. Τα μέσα ενημέρωσης και το θρυλούμενο σύστημα δουλεύουν εναντίον όλων.

Έξω τα συγκροτήματα τα αντιμετωπίζουν σοβαρά, ίσως επειδή και αυτά κάνουν το ίδιο με τον κόσμο. Πάντως σε μας εδώ τα πάντα πάνε ανάποδα. Πριν από δέκα χρόνια στη Γερμανία οι πάντες βοηθούσαν τα γερμανόφωνα ροκ γκρουπ. Έδωσαν ευκαιρίες σε όλα, με αποτέλεσμα να έχουν δύο δικά τους τραγούδια νούμερο ένα στην Αμερική (Νίνα - Φάλκο). Στη Γαλλία, την ίδια εποχή, έγινε η ίδια κίνηση. Θεαματικές εξελίξεις εκτός Γαλλίας δεν υπήρξαν, αλλά εντός, αυτή τη στιγμή, δεν πουλάει πια η Σιλβί Βαρτάν, πουλάνε τα γαλλόφωνα ροκ συγκροτήματα. Οι Άγγλοι, κάνοντας αρχικά το ίδιο, ξαναμπήκαν μετά από χρόνια στην αμερικανική αγορά. Υπήρξε ένα σύστημα που δούλευε υπέρ των καλλιτεχνών αυτών.

Στην Ελλάδα είναι «φετισινό» το «ροκάκι». Παρ' όλα αυτά, πολλοί Έλληνες δημιουργοί —ας μη πούμε, καλύτερα, ονόματα— χρησιμοποιούν στις ηχογραφήσεις των δίσκων τους μουσικούς ροκάδες.

«Εμείς είμαστε πάντα τα “κ...παιδα”», λέει ο Αντώνης Μιτζέλος, μέλος του συγκροτήματος «Τερμίτες».

«Εμείς είμαστε η μειονότητα και οι μειονότητες από τις πλειονότητες αντιμετωπίζονται με καχυποψία», υποστηρίζει ο Δημήτρης Πουλικάκος. Και συνεχίζει:

«Είναι ένα είδος μουσικής που εδώ ανθεί μετ' εμποδίων. Είμαστε λαός πολύ άμουσος. Γι' αυτό είναι πολύ εύκολο να μας προβάλλουν κάτι κακό και να το “φάμε”. Το μουσικό κριτήριο του μέσου Έλληνα είναι απίστευτα χαμηλό. Το ροκ σαφώς είναι ένα, η μουσική είναι μία. Γεωγραφικά αλλάζει, και εδώ σε μας είναι ένα καημένο είδος που βρίσκεται 30 χρόνια στα σπάργανα».

Για το τι πραγματικά είναι ροκ, αναρωτιέται και ο Τζίμης Πανούσης, των «Μουσικών Ταξιαρχιών»:

«Έγινε πρώτα το ροκ και μετά η κότα ή το αντίθετο; Υπήρξε πράγματι το ροκ του Κολόμβου; Κι αν “ναι”, τότε πού είναι τώρα; Κατ' αρχής ροκ είναι ξένη λέξη, “Rock”, που στα ελληνικά σημαίνει βράχος. Το πρώτο ελληνικό ροκ τραγούδι είναι το “Βράχο - βράχο τον καημό μου” (Rock - Rock My Blues που λέει και ο ποιητής). Μετά βγήκανε οι “Πέλομα Μποκιού”, ο Σταμάτης Κόκοτας, ο Γιώργος Ζαμπέτας κ.ά. που βάλανε τα θεμέλια στη 10ετία του '60. Για να είναι τώρα κάποιος ροκ, πρέπει να παίρνει ως επί το πλείστον ναρκωτικά, να έχει πολλή αμφισβήτηση μέσα του, και να κατέχει και πέντε πράγματα (π.χ. πότε ο Socrates Drunk the Conium, γιατί στην Ιταλία διαλύθηκαν οι Ταξιαρχίες, ενώ στην Ελλάδα υπάρχουν, και άλλα εγκυκλοπαιδικά).

»Επίσης το ροκ είναι και μια σημαντική μέθοδος βιοπορισμού, αν δε κάποιος ροκάς είναι και φιλόδοξος, μπορεί να το καταπιεί και να πάει στα λαϊκά κέντρα ή με τη Φαραντούρη, όπου βγάζει και κάτι παραπάνω. Ελληνικό ροκ και βέβαια υπάρχει, όπως υπάρχει και αμερικανικός μουσακάς (Moussacka).

»Με την ευκαιρία θέλω να πω ότι οι Μουσικές Ταξιαρχίες ουδεμίαν σχέσιν έχουν με το φαινόμενο ελληνικό ροκ (το οποίον άλλωστε δεν είναι και καθόλου ανησυχητικό), διότι οι Μουσικές Ταξιαρχίες ως γνωστόν είναι το Α.Λ.Ο. στην τέχνη. Μια Ανώμαλη Λαϊκή Ορχήστρα».

Αριστερά: «Τερμίτες»: «Το ροκ είναι τρόπος ζωής». Δεξιά: «Λάκης με τα ψηλά ρεβέρ»: «Δεν φτάνει ο τρόπος ζωής ροκ. Θέλει ν' ακολουθείται και από την τέχνη».

Και οι «Τερμίτες» επίσης αρνούνται πως κάνουν ροκ. «Σύγχρονη ελληνική μουσική, τίποτα άλλο», λένε. Τα τραγούδια τους λένε πως είναι βιωματικά και πως αρκετά απ' αυτά γράφτηκαν πάνω στη σκηνή. «Το ροκ είναι τρόπος ζωής, πιο ελεύθερος. Εμείς ζούμε ροκ. Ταξιδεύουμε πολύ, γελάμε, δεν μας απασχολεί τίποτα και δεν παίρνουμε στα σοβαρά τους “μπιζαρισμένους”. Τώρα όμως μας παίρνουν εκείνοι στα σοβαρά».

Δίνοντας τη δική τους φιλοσοφία για το ροκ, οι «Τερμίτες», μέσω του Αντώνη Μιτζέλου, λένε:

«Ενώ είναι το ροκ, έχει κοινή γλώσσα και είναι ζωντανό. Η ιστορία του δεν έχει καμιά σημασία».

Ο «Λάκης με τα ψηλά ρεβέρ» κατά τους ροκάδες και Λάκης Παπαδόπουλος κατά την πολιτεία, έπαιζε ροκ εν ρολ από τα 15 χρόνια του. «Θυμάμαι σαν τώρα», λέει, «το '65, τις εφάδες που μου 'κανε ο πατέρας μου στα κλαμπ να δει μήπως χορεύω κανένα κολλητό μπλουζάκι με καμιά ψηλή. Κάναμε και κάτι δισκάκια που δεν είχαν επιτυχία. Από τότε βέβαια έχουν αλλάξει πολλά. Η Αθήνα έχει γίνει παρανοϊκή πόλη, κλειστοφοβική, μ' έναν ρυθμό σχιζοφρένειας που κυλάει και μας παρασύρει στο βυθό της. Μ' όλη αυτή τη μαυρίλα, δεν έχεις το δικαίωμα να γράφεις μουσική για τα βουνά, τα λουλούδια και τα δέντρα. Βλέπω μια κίνηση γύρω από το ροκ που όμως πάντα ξεθυμαίνει σαν το ηφαίστειο που δεν ξεσπάει ποτέ. Η μεγάλη μάζα, η “αμανεδιάρα”, μένει αδιάφορη στα σκιρτήματα που μόνο απ' τους νέους ανθρώπους βγαίνουν και αρκείται στα καψουροτράγουδα, τη μασημένη τροφή και την εύκολη λύση. Πιστεύω ότι οι περισσότεροι συνάδελφοι έχουν καλές προθέσεις. Όμως, για να μιλήσουμε για ένα κίνημα ροκ, δεν φτάνει αυτό. Θέλει καινούργια πράγματα που θα άπτονται, βέβαια της παγκόσμιας ροκ σκηνής, αλλά θα έχουν την προσωπική τους σφραγίδα. Δεν φτάνει ο τρόπος ζωής ροκ. Θέλει ν' ακολουθείται και από την τέχνη».

«Να μη μιλάμε όμως για δημιουργία», λέει ο Δημήτρης Πουλικάκος. «Μην κάνουμε τα ίδια λάθη που κάνουν οι Έλληνες μουσουργοί. Τραγουδάκια είναι. Λαϊκά τραγούδια. Δημιουργία είναι κοσμοτραγική λέξη, όσον αφορά το τραγούδι πάντα».

Αν τα συγκροτήματα στην Ελλάδα είναι περίπου 70, αυτοί που γυρίζουν γύρω-γύρω από το ροκ είναι τουλάχιστον δεκαπλάσιοι. Οι ροκίζοντες —ή ροκάζοντες κατά μία άποψη— είναι πιο επικίνδυνοι από τους ροκάδες. Πάνω σ' αυτό ο Δημήτρης Πουλικάκος λέει:

«Είναι εύκολο να δηλώσει κανείς ειδήμων του ροκ, ίσως είναι απ' τα πιο εύκολα. Κι αυτό γιατί είναι ένας χώρος όπου η άγνοια είναι μεγάλη και τα μπούτια πολύ μπερδεμένα».

Από τεχνική άποψη, τα σημερινά συγκροτήματα είναι σε καλύτερη μοίρα από τα αντίστοιχα προ του 1970. Και αυτό τεχνολογικά είναι φυσικό. Μην ξεχνάμε την ευκολία των συνθεσάιζερς, τις καλύτερες ηχητικές εγκαταστάσεις και πολλά άλλα. Τα σημερινά, λοιπόν, συγκροτήματα είναι καλύτερα, έχουν πάθος και φιλοδοξίες. Αν βρουν και το στυλ τους, θα μπορούμε να ελπίζουμε σοβαρά για μια ευπρόσωπη ροκ ελληνική σκηνή.

Από το ρεπορτάζ έβγαλε και μια αντίθεση μεταξύ ενός παλιότερου ροκά, του Δημήτρη Πουλικάκου, και ενός νεότερου, του Λάκη Παπαδόπουλου. Το επίμαχο σημείο είναι: πώς τα ροκ συγκροτήματα κάνουν συναυλίες με επιχορήγηση του υφυπουργείου Νέας Γενιάς; Πάει υπουργείο και ροκ:

«Το ροκ είναι γ... τα υπουργεία, όχι με τα υπουργεία», υποστήριξε ο Πουλικάκος.

«Το ροκ πρέπει να διαδοθεί και πρέπει και να ζήσουμε», απάντησε ο Παπαδόπουλος.

«Θέλετε και σύνταξη, δηλαδή», απόρησε ο Πουλικάκος.

«Ναι, γιατί, άνθρωποι δεν είμαστε;», απάντησε ο Παπαδόπουλος και συνέχισε: «Εσύ, κύριε Πουλικάκο, μας κάνεις διαφημίσεις και παίρνεις τόσα λεφτά».

«Το θεωρώ πολύ τίμιο. Πιο τίμιο απ' το να συνεργασθώ μ' ένα υπουργείο»!

Ειπώθηκαν και άλλα «ροκ», αλλά επειδή δεν μεταφέρονται όλα, χάνουν τη μαγεία του αυθορμήτου, δεν τα αναφέρουμε. Πάντως το συμπέρασμα είναι ένα: το ροκ είναι πραγματικότητα. Ίσως γίνει και ιστορία. Και δεν θα είναι κι άσχημα, δηλαδή.

Άννα Βλαβιανού