Ήχος και Hi-Fi, Αύγουστος 1984, τεύχος 137

ΔΥΟ ΜΕΡΕΣ ΣΤΟ ΑΚΤΙΟ (ΠΡΕΒΕΖΑ)

21 και 22 Ιουλίου

«ΜΟΥΣΙΚΗ - ΟΙΚΟΛΟΓΙΑ - ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ - ΚΑΤΑΣΚΗΝΩΣΗ - ΑΥΤΟΟΡΓΑΝΩΣΗ»

ΟΡΓΑΝΩΣΗ: Κινηματογραφική Λέσχη Πρέβεζας - Θεατρικό Εργαστήρι Πρέβεζας - Κίνηση Διάδοσης Σύγχρονης Μουσικής

ΑΡΧΙΖΟΝΤΑΣ...

Θέλω να σας πω για το «Διήμερο» που πέρασα στην Πρέβεζα ανάμεσα σε Ροκ Μουσική και Οικολογία. Ποιος να το ’λεγε ότι στις 22 Ιουλίου, μέρα που αυτοκτόνησε ο ποιητής μας Καρυωτάκης, ξέρετε, εκείνο το μακρύ ποδάρι, θα ξανάνοιγε ο ματωμένος κρόταφος στο Άκτιο σ’ ένα διήμερο που πολλοί αποκάλεσαν «Ελληνικό Woodstock». Τι ήθελες και δεν το ’βλεπες στο φεστιβάλ που άρχισε Σάββατο πρωί και τελείωσε τα ξημερώματα της Δευτέρας!

Όπως μας διηγήθηκαν οι ντόπιοι, η ακρογιαλιά εκείνη ήταν από χρόνια ξεχασμένη κι ένα ερειπωμένο κεντράκι, που άλλοτε φωτιζόταν με χαρούμενα φώτα και στροβιλιζόταν σε χορούς, είχε καταλήξει φιδότοπος και φωλιά για ριψοκίνδυνα ζευγαράκια.

Οι Πρεβεζιάνοι δούλεψαν με όρεξη και ξανάκαναν το μέρος ακρογιαλιά. Μπράβο τους γιατί ούτε τα φίδια σκότωσαν - τα πήγαν πιο μακριά στα δέντρα - ούτε και έδωσαν στην παραλία το κατινέ ύφος της πλαζ. Το κεντράκι χρησιμοποιήθηκε σαν μαγαζί σαντουιτσάδικο, για τσιγάρα, μπίρες, Coca Cola, για καφενείο, φαρμακείο, πολιτιστικό κέντρο, φωτογραφείο και γραφείο εσόδων-εξόδων. Η ταράτσα ήταν το υπνοδωμάτιο, ας πούμε, των παιδιών με το κόκκινο κορδονάκι, των παιδιών δηλαδή που δούλευαν και «περιφρουρούσαν» την εκδήλωση.

Πιο δίπλα όσοι ήθελαν έστηναν δική τους σκηνή ή νοίκιαζαν από αυτές που υπήρχαν ήδη. Αλλά τα περισσότερα παιδιά κοιμήθηκαν στην παραλία ή ξενύχτησαν γύρω από τις φωτιές που εστίαζαν νυχτερινές συζητήσεις και κασετόφωνα με μουσικές της δεκαετίας. Πήγα και βρήκα τον Τάκη Γενιά, τον άνθρωπο που τα εμπνεύστηκε και τα διοργάνωσε όλα. Είδα έναν άνθρωπο ευγενικό, πράο, στοργικό στις σχέσεις του με τα παιδιά, έναν άνθρωπο πολύ νέο για να είναι 37 χρονών. «Αισθάνομαι σαν λεχώνα...» μου είπε «... περιμένω να δω το παιδί τι θα μου βγει».

Ο Γενιάς είναι ζωγράφος. Ζει κυρίως στην Πρέβεζα και πρωτοστατεί σε τρεις συλλόγους.

Έχει ωραίες απόψεις. Όταν κάποιος από το υπουργείο άρχισε να μιλά περί Οικολογίας και Χωροταξίας, ο Γενιάς πετάχτηκε να πει ότι «Αυτό το γεγονός ότι μαζευτήκαμε, αυτό είναι Οικολογία!». Ξέρετε, μερικοί θέλουν να περνούν τις κοινότητες από το μικροσκόπιο του εργαστηρίου και να εφαρμόζουν τα γερμανικά πρότυπα Χωροταξίας. Στο Φεστιβάλ της Πρέβεζας οι προδιαγραφές πήγαν περίπατο. Ο Γενιάς εμπνεύστηκε μια Οικολογία αυτοδημιουργούμενη, η οποία ή θα διαμόρφωνε ή θα κατέστρεφε το περιβάλλον. Μια Οικολογία δηλαδή που θα ήταν η αβίαστη εκδήλωση των παιδιών. Το βρήκα αρκετά ενδιαφέρον. Γιατί άραγε θα έπρεπε με προδιαγραφές να συντηρήσουμε ένα χώρο αν οι κάτοικοί του δεν ήταν ικανοί να τον συντηρήσουν; Γιατί θα έπρεπε με μέικ-απ να ωραιοποιούμε το τέρας που γεννήσαμε;

Ευτυχώς όμως το παιδί βγήκε καλό. Αλλά όχι όλο. Δεν έλειψαν οι γνωστοί μάγκες που πετάνε μπίρες στον άλλο που βγάζει την ψυχή του πάνω στη σκηνή, ή οι «γεια-χαρά-Παναγιάδες» που πετάγονται πάνω και αρπάζουν το μικρόφωνο να τραγουδήσουν κι αυτοί.

Μέσα σ’ όλα τα φρικιά είδα κι έναν ήρωα των παιδικών μου χρόνων! Ήταν τότε που ανεμίζαμε σημαίες και φωνάζαμε «Απόψε πεθαίνει ο Φασισμός!». Δεν έκανα λάθος. Ήταν ο Δημήτρης (Μήτσος) Παπαχρήστος, εκφωνητής στο Πολυτεχνείο, ψυχή και σώμα στην επανάσταση. Μάρτυς μου ο Θεός τον είδα κουρασμένο, έτσι πώς να το πω, σαν να καμπούριασε λίγο στο πέρασμα του χρόνου αλλά πάντα με την ίδια διάθεση του ακροβάτη! Έπρεπε να περάσουν δέκα χρόνια για να τον συναντήσω πρόσωπο με πρόσωπο, να του σφίξω το χέρι, να του πω «γεια σου, ρε Μητσάρα!».

«Μην τους ακούς να λένε. Μανώλη...» μου είπε χαμηλόφωνα «... τίποτα δε γίνεται αν δε μας ενώνει μια κοινή πίστη. Εδώ σου μιλάνε για εναλλακτικές κοινότητες, ότι μαζευτήκαμε εδώ για να λύσουμε το παγκόσμιο πρόβλημα, ότι το μικρό αυτό κοινοβιάκι μπορεί να συντηρηθεί επ’ άπειρο και να διασταλεί σ’ όλη την Ελλάδα. Αλλά για σκέψου, τι μας κρατάει εδώ; Η Μουσική. Και όταν η μουσική πάψει, θα χαμηλώσουν τα φώτα και μια άνοιξη θα ξεψυχήσει. Δεν έχουμε κοινή πίστη. Χάσαμε το κοινό μας όραμα. Μόνο κάτι αναλαμπές βλέπω, σαν τους ανέλπιστους σφυγμούς στο καρδιογράφημα ετοιμοθάνατου».

Ο αποχαιρετισμός ήταν θερμός με όλα τα παιδιά και πήρα την ανάμνηση σαν δώρο.

Ωραία ήταν όλα στην Πρέβεζα. Να δούμε του χρόνου αν η πίστη μεγαλώσει.

Μανώλης Νταλούκας

ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΕΓΙΝΑΝ...

Η κίνηση φιλοδοξούσε (όπως έγραφε και η αφίσα της) να αποτελέσει το ελληνικό Woodstock, πράγμα που όμως ήταν φυσικό απέτυχε παταγωδώς. Προσκεκλημένοι ήταν διάφορα ως επί το πλείστον ροκ συγκροτήματα, διάφοροι οικολόγοι και εκπρόσωποι του υφυπουργείου Νέας Γενιάς για τις συζητήσεις που θα γίνονταν, και οπωσδήποτε οι διοργανωτές και «τοπικοί παράγοντες». Υπήρχε κατασκήνωση στην παραλία του Ακτίου, που όμως δεν ήταν σε θέση να καλύψει τις ανάγκες των ατόμων που φιλοδοξούσε να φιλοξενήσει, αλλά ούτε και αυτών που φιλοξένησε τελικά. Πρέπει να ήταν γύρω στα 2.500 άτομα, αν και οι φήμες θέλουν αριθμούς όπως 3.000 με 4.000, αλλά και 1.500 με 2.000 το πολύ... (Εγώ πάντως δεν τους μέτρησα). Η ηχητική κάλυψη και η σκηνή, από πλευράς διοργάνωσης, ήταν αρκετά ικανοποιητικές - για τα ελληνικά ήθη και έθιμα, και καιρός ν’ αρχίσουμε να λέμε πιο συγκεκριμένα τι συνέβη αυτές τις δύο μέρες.

ΜΕΡΑ ΠΡΩΤΗ: Η μουσική άρχισε στις 6.30 περίπου το απόγευμα με το Δημήτρη Κριτωτάκη, που έπαιζε μόνος του δύο δικά του τραγούδια στην κιθάρα. Συνέχισαν οι Fancy Toys, οι οποίοι (αν δεν το ’χουμε ξαναπεί) είναι τέσσερα άτομα: μπάσο/τραγούδι, κιθάρα, συνθεσάιζερ, ντραμς. Οι Fancy Toys έπαιξαν για 40 περίπου λεπτά, κομμάτια δικά τους - με εγγλέζικο στίχο. Ο Φάντης Μπαστούνι και οι Άσοι ακολούθησαν, ήταν από τις πιο συμπαθητικές παρουσίες της βραδιάς και έπαιξαν επίσης γύρω στα 40 λεπτά: μερικά παλιά ροκ στάνταρ αλλά και δικά τους τραγούδια - με ελληνικό στίχο. Είναι κι αυτοί τέσσερις: κιθάρα/τραγούδι, κιθάρα, μπάσο, ντραμς. Οι Viridian Green που συνέχισαν, (δύο συνθεσάιζερ, μπάσο) έπαιξαν περίπου μισή ώρα δικά τους κομμάτια, και δεν ήταν η απροσδιοριστία της μουσικής τους αλλά η έλλειψη περιεχομένου σ’ αυτήν, που μας άφησε αδιάφορους.

Οι Magic De Spell που έπαιξαν μετά τους Viridian Green, ήταν μάλλον οι καλύτεροι της βραδιάς. Έπαιξαν για μισή ώρα περίπου παλιά και καινούρια τους κομμάτια (και το «Model» των Kraftwerk), και έπεισαν όχι μόνο το κοινό τους αλλά και πολλούς από τους υπόλοιπους.

Ο Φλώρος Φλωρίδης συνέχισε (για ένα τέταρτο περίπου) με τους πνευστούς του αυτοσχεδιασμούς, και η βραδιά τελείωσε με διάφορα jam με μουσικούς από τα παρευρισκόμενα συγκροτήματα, που κράτησαν μέχρι τις 1.30 το πρωί.

Πήγαμε να κοιμηθούμε ελαφρώς απογοητευμένοι, αν και όλα έδειχναν ότι οι εκπλήξεις είχαν κρατηθεί για την επόμενη μέρα.

ΜΕΡΑ ΔΕΥΤΕΡΗ: Η δεύτερη μέρα άρχισε με μια συζήτηση, που είχε σαν θέμα: «Οικολογία και Κοινότητες». Συμμετείχαν οι: Δημήτρης Παπαχρήστος (σύμβουλος υφυπουργείου Νέας Γενιάς), Γιώργος Βλάσης (οικολόγος από την Κέρκυρα), Γιάννης Μεταξάς (οικολόγος από την Αθήνα) και... λίγος κόσμος. Η συζήτηση τελείωσε, όπως συμβαίνει πάντα σ’ αυτές τις περιπτώσεις, με διαπληκτισμούς...

Η μουσική άρχισε στις 2.30 το μεσημέρι. Έπαιξαν (πάλι) οι Φάντης Μπαστούνι και οι Άσοι, για 40 λεπτά. Από τις 3.15 μέχρι τις 3.50 έγινε ένα jam με μουσικούς από τα διάφορα συγκροτήματα, και ακούστηκαν κομμάτια, όπως το «Sweet Home Alabama», «Salians of Swing»... «Wish You Were Here», «Hey, Hey My, My» κ.λπ. Ακολουθεί διάλειμμα μέχρι τις 6.00 περίπου, όπου τα μεγάφωνα παίζουν διάφορη μουσική.

Στις 6.45 εμφανίστηκε η Μαριάντζελα, με τον αδελφό της στην κιθάρα. Είπαν ελληνικές και ξένες μπαλλάντες (δικές τους ή άλλων), μεταξύ των οποίων, το «Space Oddity», το «Summer time» κ.λπ. Τελείωσαν στις 7.20.

Στις 7.30 βγήκε η Αγγλίδα Τζοάνα με το - ελληνικό - συγκρότημά της (ηλ. κιθάρα, μπάσο, κρουστά) και έπαιξε δικές της και ξένες μπαλλάντες - στα αγγλικά φυσικά. Τελείωσε στις 8.00.

Στις 8.15 βγήκε ο Λήτης. Τελείως πια «μεταμφιεσμένος», για όσους τον θυμούνται ντουέτο Λήτης και Ιζόλδη που έπαιζαν «μεσαιωνικές μπαλλάντες». Το συγκρότημά του, οι Τρικ, έχουν αλλάξει τελείως σύνθεση: Woody (κιθάρα, τραγούδι), Ιουστίνη (μπάσο) και Δημήτρης Δημητράκος - πρώην T.V.C. (ντραμς). Ο Λήτης έπαιζε κιθάρα και τραγουδούσε τα ελληνικά τραγούδια, που ήταν διάφορες εκτελέσεις τραγουδιών από το LP του «ΠΟΔΑΝΑ», και ο Woody μεσολαβούσε τραγουδώντας εκτελέσεις ξένων κομματιών, κύρια των Sex Pistols. Ξεκίνησαν με το «My Way» και τελείωσαν στις 9.15.

Το γαλλικό συγκρότημα Look De Paris βγήκε στη σκηνή στις 9.25. Είναι τέσσερα άτομα (ηλ. κιθάρα - φωνή/μπάσο - φωνή/πλήκτρα - φωνή και ντραμς), που έπαιξαν ένα χορευτικό «new wave», λίγο heavy, λίγο απ’ όλα, και λίγο μάπα. Άψογοι όμως επαγγελματικά, με ωραίο ήχο, (οι στίχοι είναι στα αγγλικά), μάλλον φιλοδοξούν μια όπως-όπως καριέρα - προς το παρόν, προτείνοντας μια τουρνέ στην Ελλάδα. Τελείωσαν στις 10.05.

Από τις 10.15 μέχρι τις 11.00 περίπου, συνέχισε ο Βαγγέλης Γερμανός. Μόνος του, με ακουστική κιθάρα, έπαιξε τα γνωστά και πολύ δημοφιλή - όπως αποδείχτηκε - τραγούδια του.

Ο Δήμος Μούτσης με την Άντη Κωνσταντίνου και το συγκρότημα Λάου-Λάου (στο οποίο ηλ. κιθάρα παίζει ο Άκης Τουρκογιώργης), εμφανίστηκαν στις 11.10, και παρά τις εντελώς αντίθετες προβλέψεις, έτυχε εκπληκτικά θερμής υποδοχής. Έπαιξαν γνωστά τους τραγούδια και τελείωσαν στις 11.45.

Η έκπληξη τώρα των δύο αυτών ημερών στο Άκτιο, ήρθε από κάποιον, που ήρθε να παίξει εντελώς απρογραμμάτιστα, με ένα συγκρότημα που στάθηκε εκείνη τη στιγμή, (εκτός από τον ντράμερ που ήταν δικός του), και που μέσα στα τρία τέταρτα που έπαιξε, (από τις 12.00 μέχρι τις 12.45), έδειξε έναν - για μένα τον πιο ευρηματικό, υπεύθυνο και ωραίο που έχω ακούσει ποτέ - δρόμο, για ένα καθαρά ελληνικό ροκ εν ρολ: ήταν ο Νίκος Παπάζογλου. Το συγκρότημα αποτελούνταν από τρεις ηλ. κιθάρες (τη μία την έπαιζε ο ίδιος), δύο ντραμς (ο δεύτερος ντράμερ ήταν ο Οδυσσέας Τσάκαλος των Φατμέ), κρουστά (που έπαιζε ο Παύλος Σιδηρόπουλος) και φυσικά τραγουδούσε ο Νίκος Παπάζογλου. Τα κομμάτια ήταν από τη «Γιορτή» και το «Χαράτσι», αλλά εκείνο που μετρούσε περισσότερο σ’ όλα αυτά ήταν ο τρόπος. Ένας τρόπος που αντανακλούσε, με πραγματική εξυπνάδα, φαντασία, τεχνική (μουσική) κατάρτιση και γνώσεις (και όχι μόνο μουσικές), το «σταυροδρόμι ανατολής και δύσης», όπως είναι σήμερα. Ελπίζουμε να τα δούμε και σε δίσκο όλα αυτά, γιατί είναι κάπως δύσκολο πλέον για μας να γίνουμε γκρούπις...

Στις 12.50 εμφανίστηκαν οι Μουσικές Ταξιαρχίες. Αλλά, μετά το Νίκο Παπάζογλου, ήταν σαν ν’ ακούς κάποιον (ας μου επιτραπεί η έκφραση) «να γκαρίζει στον ίδιο σκοπό»... και για να είμαστε πιο διακριτικοί, θα πρέπει να πούμε ότι οι Μουσικές Ταξιαρχίες μετά το δεύτερό τους LP, λειτουργούν με έναν τέτοιο τρόπο που τους κάνει να φαίνονται ότι δεν μπορούν να κουνήσουν βήμα από το κλισέ που οι ίδιοι δημιούργησαν. Τα ίδια και τα ίδια συνέχεια, τίποτα καινούριο, καμία έκπληξη (εκτός π.χ. αν αρέσκεσαι να γελάς συνέχεια με τα ίδια πράγματα), και μουσικά απ’ το κακό στο χειρότερο. Μόνη εξαίρεση σ’ όλα αυτά η κιθάρα του Σπύρου Πάζιου - που όμως ήταν υπερβολικά δυνατά. Ο Πιερ Χορέμης στη δεύτερη κιθάρα αρκετά συντηρητικός, ο μπασίστας Δημήτρης Δασκαλοθανάσης (ο μόνος που έχει μείνει από την αρχική σύνθεση του συγκροτήματος μαζί με τον Τζιμάκο και τον Πάζιο) στάσιμος καλός, πράγμα όμως που δεν συμβαίνει και στην περίπτωση του Τζιμάκου (έστω), και ο ντράμερ Άκης Περδίκης αρχίζει να συνοδεύει, όσο πιο ανώδυνα, τα κομμάτια. Ο ήχος ήταν πάρα πολύ καλός, πράγμα που δεν συνέβη στην πλειοψηφία αυτών που έπαιξαν, και... τελείωσαν στη μιάμιση.

Από τις 1.45 μέχρι τις 2.30 έπαιξαν οι Φατμέ. Οι Φατμέ, που είναι πέντε αυτή τη στιγμή (δύο κιθάρες, μπάσο, πλήκτρα, ντραμς), έδειξαν ότι βρίσκονται σ’ ένα σημείο αρκετά προχωρημένο μουσικά και αισθητικά, και ότι είναι ακόμα ευμετάβλητοι - πράγμα που δημιουργεί την εντύπωση ότι όχι μόνο δεν έχουν εξαντληθεί, αλλά και μπορούν να προκαλέσουν κάποια έκπληξη στο μέλλον. Εκεί όμως που κινδυνεύουν να χαρακτηριστούν «μετρίως μέτριοι», είναι η θεματική και νοηματική τους, και όχι μόνο στους στίχους, αλλά και στη μουσική. (Τα κομμάτια που έπαιξαν στο Άκτιο ήταν πολλά, αλλά και καινούρια).

Η ώρα είναι 3.00 περίπου το πρωί όταν αρχίζουν να παίζουν το Σύνδρομος, και ο κόσμος έχει αρχίσει να φεύγει. «Πολύ αργά» βλέπετε. Ο κόσμος όμως που φεύγει μπροστά από ένα συγκρότημα που έχει μόλις αρχίσει να παίζει, ήταν και ο βασικότερος λόγος που αποθάρρυνε το Νίκο τον Γκίνη, με αποτέλεσμα να παίξουν μόνο μισή ώρα. Κατά τα άλλα, το Σύνδρομο είναι πλέον τέσσερις: ηλ. κιθάρα/φωνή, πλήκτρα, μπάσο, ντραμς. Η μουσική τους είναι αρκετά αλλαγμένη, (σίγουρα ήταν από τις καλύτερες στιγμές του φεστιβάλ), και ο «κίνδυνος» στον οποίο εκτίθενται κάθε φορά που κάνουν κάτι τέτοιο, (γιατί δεν είναι η πρώτη φορά που το Σύνδρομο πραγματοποιεί μεγάλες αλλαγές στη μουσική του), έχει σαν μόνη σιγουριά αυτή που αντλείται από τον ίδιο τους τον εαυτό. Είναι κάτι όμως που γίνεται πολύ συνειδητά, και το Σύνδρομο είναι από τα λιγότερο προσκολλημένα σε ιδεολογίες συγκρότημα, ενώ απ’ την άλλη διαθέτουν αρκετό σεβασμό σε αξίες. Τώρα η μουσική τους βασίζεται αρκετά στον ηλεκτρονικό ήχο, πράγμα που την κάνει να «φέρεται σύγχρονη», της δίνει αρκετή φρεσκάδα, και σε όλα τα κομμάτια που έπαιξαν (όλα καινούρια), έδωσαν την εντύπωση ότι δε θέλουν να μοιάζουν με κανένα, να χρησιμοποιούν εύκολες λύσεις ή να επαναλαμβάνουν κλισέ, όσο ωραία κι αν τα θεωρούν.

Ο Παύλος Σιδηρόπουλος έπαιξε μια ώρα (3.30 με 4.30). Το συγκρότημά του, οι Απροσάρμοστοι, ήταν: Σπύρος Σούκης (ηλ. κιθάρα), Βασίλης Περπίρης (ηλ. κιθάρα), Αλέκος Αράπης (μπάσο) και Κυριάκος Δαρίβας (ντραμς). Τα κομμάτια που έπαιξαν ήταν πολλά και καινούρια, δικά τους και ξένα. Αυτό που ενδιαφέρει όμως το Σιδηρόπουλο είναι να μεταδώσει μια εικόνα, και ένα αίσθημα: ροκ εντ ρολ. Και είναι ροκ εντ ρολ. Από κει και πέρα είναι θέμα γούστου.

Στις 4.30 το πρωί είχαν μείνει πια περίπου 150 άτομα. Παρόλα αυτά έπαιξε (για μισή ώρα ακόμα) και ο τελευταίος του φεστιβάλ: Ο Γερμανός Günter Hoffmann, μόνος του με ακουστική κιθάρα, που έπαιξε διάφορα κλασικά μπλουζ αλλά και δικά του.

Έτσι, τελείωσε το διήμερο αυτό φεστιβάλ στο Άκτιο, που αν μη τι άλλο χρησίμευσε σαν παράδειγμα για κάθε πόλη της Ελλάδας, όχι σαν μεμονωμένο γεγονός, αλλά και σαν «θεσμός». Γιατί αν ήσασταν κι εσείς εκεί, θα βλέπατε ότι αξίζει τον κόπο.

Νίκος Πολίτης