ΤΑ ΝΕΑ, 04/07/1984
Το πανηγύρι του «ΝΤΕΦΙΟΥ»
ΓΕΜΙΣΕ τη Δευτέρα το βράδυ το γήπεδο του Απόλλωνα με νέους και οικογένειες που ήρθαν ζωντανοί και χαρούμενοι με τα κρασιά τους, τις μπύρες τους, τον πασατέμπο και τα σουβλάκια τους, για να συμμετάσχουν στη συναυλία-πανηγύρι που οργάνωσε το περιοδικό «Ντέφι».
Το κέφι άργησε ν' ανάψει. Τα πρώτα τραγούδια με τον Τζίμη Πανούση και τον Βαγγέλη Γερμανό δεν ήταν γνωστά στο πλατύ κοινό, δεν απέδιδαν στον ανοιχτό και μεγάλο χώρο του γηπέδου και δεν απαντούσαν άμεσα στις λαϊκές, νεορεμπέτικες και δημοτικές προσδοκίες του κοινού κερκίδων (κυρίως) που -σε αντίθεση με το κοινό στο χορτάρι- ήταν πιο μαζεμένο, απαιτητικό και άκαμπτο.
Στις 10:30 «έπεσαν» τα πρώτα τσιφτετέλια με την Ταχεία Θεσσαλονίκης και τον Νίκο Παπάζογλου, που τραγούδισε συνθέσεις δικές του καθώς και των Ρασούλη-Ξυδάκη.
Οι χοροι φουντούσαν στο χώρο του γηπέδου και στις κερκίδες, με τη σύντομη εμφάνιση της Γλυκερίας που τραγούδησε τις επιτυχίες της και συνεπήρε το κοινό. Και παρόλο που ο κόσμος δεν συμμετείχε με τη θερμή με την οποία συμμετείχε στις περσινές συναυλίες πού το «Ντέφι» είχε οργανώσει στο Λυκαβηττό, το κέφι κρατήθηκε ζωντανό μέχρι αργά στις 2:30 το βράδυ.
Ο Δημήτρης Κοντογιάννης με τη Λαϊκή Ορχήστρα Αθηνών καταχειροκροτήθηκε όταν τραγούδισε συνθέσεις των Ρασούλη-Νικολόπουλου, όπως και τον γνωστό «Καϊκτσή» που αφιέρωσε στους «καψούρηδες» και σ' όλο το γυναικείο φύλο.
Η ατμόσφαιρα του πανηγυριού κυριαρχούσε και όταν τραγούδησαν ο Αντώνης Ρεπάνης («Σβήσε με κυρά μου απ' τα ντεφτέρια σου», «Πάρε ότι θέλεις παληατζή»), ο Λεωνίδας Βελής που τραγούδησε επιτυχίες του Καζαντζίδη, τα «Παιδιά απ' την Πάτρα» και άλλοι πολλοί.
Όταν πια άρχισαν τα δημοτικά με το συγκρότημα του Γιάννη Βασιλόπουλου, οι κερκίδες είχαν αδειάσει και ο κόσμος είχε συγκεντρωθεί στο χορτάρι, αλλά η ατμόσφαιρα κρατήθηκε ζεστή.
Παρόλα αυτά παραμένει ανοιχτό το ερώτημα αν πράγματι τα οργανωμένα πανηγύρια μπορούν να λειτουργήσουν. Γιατί ήταν διάχυτη η αίσθηση σε πολλούς φίλους του δραστηριοτήτων του «Ντεφιού» ότι παρόλο που αγαπούσαν αυτού του είδους τα τραγούδια, δεν κατάφεραν να γλεντήσουν. Ήταν -παράλληλα- αισθητό το ότι μεγάλο τμήμα του κοινού είχε έρθει με συγκεκριμένες απαιτήσεις και ότι παρέμενε ουδέτερο στα ακούσματα που δε γνώριζε, με αποτέλεσμα το πανηγύρι αυτό να ατονεί ώρες-ώρες.
Χαρακτηριστική ήταν η στάση του κοινού και όταν - πριν αρχίσει h συναυλία και αρκετή ώρα μετά το σύντομο ποδοσφαιρικού αγώνα που έληξε με ισοπαλία συνθετών και τραγουδιστών - οι διοργανωτές του «πανηγυριού» έδωσαν μία λακωνική εικόνα της μουσικής τους άποψης λέγοντας: «Δεν υπάρχει τουρκογύφτηκο τραγούδι. Υπάρχει τραγούδι από το λαό για το λαό» και ακόμα: «Το "Ντέφι" καταγγέλλει τον Μίκη Θεοδωράκη γιατί θεωρητικοποεί την ιδιοτέλεια του. Ο Μίκης Θεοδωράκης χρωστά τις καλύτερα στιγμές του στο λαϊκό τραγούδι. Το "Ντέφι" τον καλεί σε δημόσια συζήτηση όπου θέλει και όταν θέλει. Αλλά δεν θα θελήσει».
Τα λόγια αυτά λίγοι τα άκουσαν με προσοχή, ενώ για τους περισσότερους δεν αποτέλεσαν παρά μια πρόκληση της ανυπομονησίας τους.
ΜΙΚΕΛΑ ΧΑΡΤΟΥΛΑΡΗ
