ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, Τετάρτη 26 Οκτωβρίου 1983
Μετά μουσικής
«Ανήθικο είναι να σκέφτεσαι τις συνέπειες»
Γράφει ο Φώτης Χ. Απέργης
★ Και πρώτα, η απαγόρευση του δεύτερου δίσκου των «Μουσικών Ταξιαρχιών» πριν ακόμη κυκλοφορήσει, και μάλιστα με τέτοιο τρόπο. Το ότι είχαν προβλήματα με τη λογοκρισία, το είχαμε ήδη γράψει σ’ αυτή τη στήλη, πριν ένα μήνα περίπου.
Δεν περιμέναμε τότε τούτη την κατάληξη, ούτε τον τρόπο, ούτε και το (εμφανιζόμενο τουλάχιστον ως) αιτιολογικό της:
«Τα κείμενα των τραγουδιών είναι σε ορισμένες περιπτώσεις καταφανώς άσεμνα» και «αναφέρονται σε ναρκωτικά».
Αφήνουμε κατά μέρος το πρώτο, το τι δηλαδή είναι «άσεμνο», και το ότι κανείς δεν έχει δικαίωμα να καθορίζει την ηθική μας, μια και τα πράγματα γενικεύονται, και άλλοι θα τα πουν καλύτερα.
Μόνο στο δεύτερο θα σταθούμε, αγνοώντας ότι βασίζεται σε νόμο χουντικό, και κρίνοντας με τα δικά του μέτρα.
Θα θυμίσουμε λοιπόν τα Ρεμπέτικα, που συνεχώς επανεκδίδονται και εκ νέου ερμηνεύονται, και μέσα σ’ αυτά τα «χασικλίδικα».
Αυτά γιατί δηλαδή μένουν ανέπαφα; Μήπως επειδή αποτελούν «Εθνική κληρονομιά», βιωμένη, καταξιωμένη μα και προσφάτως αλλοιωμένη, επειδή κατοικούν πια σε τόπους χλοερούς, επειδή εντέλει είναι τώρα ανώδυνα;
Ενώ τα άλλα, τα καινούργια, μιλούν μια γλώσσα - (αδέξια λεν πολλοί, μα δεν έχει σημασία) - ζωντανή κι επώδυνη;
Μα τέτοια δεν είναι κι η πραγματικότητα;
Δεν θα συνεχίσουμε. Θα δώσουμε το λόγο στον Μπόρχες και στον γοητευτικό αφορισμό του:
«Ανήθικο είναι να σκέφτεσαι τις συνέπειες...».
Και για μια εξ’ ιδίων εικόνα του αναγνώστη, δημοσιεύουμε τους στίχους ενός τραγουδιού ακόμη (ήδη δημοσιεύτηκαν ενός άλλου στην καλλιτεχνική σελίδα του Σαββάτου) από κείνα που απαγορεύτηκαν.
«Μια ασπρόμαυρη μικρή φωτογραφία» (του Τζίμη Πανούση)
«Σκοινί και σαπούνι το ράδιο στη διαπασών/ και δυο πόδια με Αντίντας να αιωρούνται/ στο τζάμι της εξώπορτας με κόκκινο κραγιόν/ το σ’ αγαπώ και δυο αγγελάκια να φιλιούνται./ Αρπάζεις το τηλέφωνο γιατροί και συγγενείς/ και τελευταίο το 166./
Άταφο θα μείνει ετούτο το κουφάρι/ να το τριγυρνάν βρυκόλακες φαντάροι/ κι είναι η αιτία μια συνωμοσία/ μια ασπρόμαυρη μικρή φωτογραφία./
Είν’ η καρδούλα μου αξύριστη πρωί μα και αργάς/ σε μια πόζα αναπάντεχη κακότεχνη με φλας/ από αστυνόμο φωτογράφο τραβηγμένη/ με μια ταμπέλα από κάτω αριθμημένη/.
Συχώρα με κουκλίτσα μου γεννήθηκα δειλός/ κληρονομώντας τις φοβίες της μαμάς μου/ που ήθελε η άμοιρη να πρωταγωνιστώ/ στο βλαχοσήριαλ της νεόπλουτης γενιάς μου./ Και κρέμασα τα νιάτα μου μακάβριο ντεκόρ/ για μια ανόητη εμπορική ταινία./
Άταφο θα μείνει ετούτο το κουφάρι/ να το τριγυρνάν βρυκόλακες φαντάροι/ κι είναι η αιτία για αυτοκτονία/ μια ασπρόμαυρη μικρή φωτογραφία/.
Είν’ η καρδούλα μου αξύριστη πρωί μα και αργάς/ σε μια πόζα αναπάντεχη κακότεχνη με φλας/ από αστυνόμο φωτογράφο τραβηγμένη/ με μια ταμπέλα από κάτω αριθμημένη/.»
Μουσική κινδυνολογία
★ ...Για να εκθέσουμε και μεις τις δικές μας. Και μιλάμε για όλες αυτές τις πολώσεις στο χώρο της δημοσιογραφίας, εκ μέρους ανθρώπων που εννοούν να γενικεύουν, να απλουστεύουν πράγματα που δεν γνωρίζουν, ή να αποθεώνουν επιλογές που μόλις πριν λίγο έκαναν.
Έτσι έχουμε τους «ανίκητους», τους «άτρωτους», τα «γνήσια του λαϊκού τραγουδιού» - όπως άλλωστε δηλώνουν - τους κατήγορους κάποιου «νεοευδαιμονισμού» και φύλακες των πατρογονικών παραδόσεων, τους μανιώδεις συλλέκτες συγκροτημάτων αγγλικών επαρχιακών πόλεων, και άλλες ομάδες, - γιατί συνήθως κατά ομάδες δρουν.
Έχουμε και κείνη την έρευνα σε απογευματινή εφημερίδα που προβάλλει «πελώριο ερωτηματικό» γιατί είναι «απειλητικά τα σημάδια» της «εισβολής των αγγλοαμερικάνικων υποπροϊόντων στη μορφή της ροκ, ή της ρέγγε ή της ντίσκο» και «δίνουν το σήμα κινδύνου» στο ελληνικό τραγούδι που «χτυπιέται από παντού». Μάλιστα.
Αντί να ζητάμε, αφελώς έστω, ισορροπία στη μεταχείριση των καλλιτεχνών, συνθήκες καλύτερες στα στούντιο και τις παραγωγές, ακροάσεις προσεκτικές των δεκάδων κασετών αγνώστων δημιουργών που φτάνουν στις εταιρείες, κυκλοφορίες σε πολλά αντίτυπα δίσκων σημαντικών της Τζαζ, του Ροκ, της Συμφωνικής που βγαίνουν σε «περιορισμένα» ή δεν βγαίνουν καθόλου, δίσκων παλιών και δυσεύρετων, μουσικών εντελώς παραμελημένων, αντί να ζητάμε σεβασμό και προσοχή στη χρήση του χαρακτηρισμού «λαϊκό τραγούδι», κι απ’ αυτό το καθιερωμένο «ελληνικό» στη γενικότητά του «να εμφανίζεται λιγότερο και να μη γίνεται είδος εμπορεύσιμο», οπότε «θα διατηρούσε τη σοβαρότητά του και θα μας κρατούσε δημιουργική συντροφιά» (όπως απαντά στην έρευνα ο Νότης Μαυρουδής), αντί για όλα αυτά και πολλά ακόμη, ζητάμε στα τυφλά μια συντροφιά που πολλοί εκμεταλλεύτηκαν: «Ελληνικό τραγούδι».
Είναι ευνόητο: «Υποπροϊόντα» - η λέξη είναι ακόμα της μόδας - υπάρχουν και σε ξένους δίσκους όπως και σε ελληνικούς. Και σίγουρα περισσότερα στους ξένους, αφού, πώς να το κάνουμε, οι Άγγλοι και οι Αμερικανοί καλλιτέχνες και οι «καλλιτέχνες», είναι μαζί, λίγο... περισσότεροι από τους Έλληνες. Και μακάρι να μπορέσουμε να περιορίσουμε και τα μεν και τα δε. Αλλά δεν είναι λύσεις αυτές, να χτυπάμε τα κουδούνια μπροστά στην «επέλαση υποκουλτούρας»! Και μάλιστα με διαχωρισμούς όπως αυτός της συγκεκριμένης έρευνας, που διακρίνει τη μουσική στο ραδιόφωνο σε «ελληνική», «ξένη» και... «σοβαρή»!
Αυτά προς στιγμή, από μας που πολύ ακούμε μουσική, μα πάλι, δεν μας φτάνει...
