Η Αυγή, 7 Νοεμβρίου 1982, σελ. 8

«Μουσικές Ταξιαρχίες»

Τα πράγματα με το όνομά τους και τα ονόματα με παρατσούκλια

Μισή ώρα καθυστερημένος ήρθε ο Τζίμης Πανούσης στο ραντεβού μας στου «Φλόκα» της Κηφισιάς. Άργησαν να τον ξυπνήσουν. Γεμάτος όλο νεύρο και χιούμορ. Και δεικτικός. Αυτός μιλάει εξ ονόματος των άλλων μουσικών του συγκροτήματος ροκ «Μουσικές Ταξιαρχίες». Γεμάτος πίκρα αισθάνεται υποχρεωμένος να κρίνει τους πάντες και τα πάντα. Γράφω κατά λέξη ό,τι μου είπε και ιδιαίτερα αυτά για τους καλλιτεχνικούς συντάκτες (σε καμιά περίπτωση δε συμφωνώ μαζί του) και επειδή αυτό είναι αρχή μας στην «Αυγή» και επειδή ήδη τους έχει «τσιμπήσει» η λογοκρισία με την απαγόρευση της κυκλοφορίας του δίσκου τους.

Η κουβέντα μας κράτησε κάπου 3 ώρες και μου είπε τα εξής:

ΠΑΡΑΒΑΙΝΩ αυτή τη στιγμή μια απόφασή μας να μη δώσουμε συνεντεύξεις για ένα μεγάλο διάστημα. Και ο λόγος είναι ότι τη δόξα πολλοί εμίσησαν, το χρήμα όμως κανείς. Επειδή όλοι ξέρουν ότι η «Αυγή» είναι η πιο… πλούσια ελληνική εφημερίδα, δεχτήκαμε να δώσουμε συνέντευξη με το ευκαταφρόνητο ποσό των 800.000 δραχμών. Γιατί δε θέλουμε συνέντευξη; Γιατί υπάρχουν μια αντιμετώπιση από τους δημοσιογράφους, κλασικά κομπλεξική, όταν το γεγονός που εξετάζουν —υποτίθεται κριτικά— έχει και έναν κοινωνικό αντίκτυπο. Ειδικά στο χώρο της τέχνης οι αρμόδιοι συντάκτες είναι ή αποτυχημένοι καλλιτέχνες ή ματαιόδοξοι συνάδελφοι με αποτυχημένη καριέρα. Κι έρχομαι τώρα για το καλλιτεχνικό θέμα: όταν μια καλλιτεχνική ομάδα ή ένας καλλιτέχνης —καλώς ή κακώς— συγκινεί ένα συγκεκριμένο ακροατήριο και δυστυχώς η δική τους γνώμη είναι αυτή που μένει («scripta manent»). Γι’ αυτό αποφεύγουμε τις συνεντεύξεις με τους καλλιτεχνικούς συντάκτες, έστω και πάλι την πατήσαμε δίνοντας συνέντευξη στην «Ελευθεροτυπία», σε μια πρώην συντάκτρια του «Ριζοσπάστη» και που ακόμα δεν έχει δημοσιευθεί. Με σένα, μια και δηλώνεις πάντα ότι δεν είσαι καλλιτεχνικός συντάκτης, τα πράγματα είναι πιο εύκολα.

ΤΟ ΟΝΟΜΑ του συγκροτήματός μας —Μουσικές Ταξιαρχίες— είναι έμπνευση του πολιτικού πρόσφυγα Σπύρου Μαγκλάρα που αυτή τη στιγμή είναι κλεισμένος στον Κορυδαλλό για ναρκωτικά. Ξεκινήσαμε εδώ και 5 χρόνια σαν μεγάλη ορχήστρα με 22 μουσικούς. Μετά από διάφορες ίντριγκες μείναμε οι 6 που είμαστε τώρα και όχι οι πιο καλοί. Είμαστε ο Βαγγέλης Βέκιος (14 χρονών, ζώδιο Ζυγός και κατάγεται από τον Σκορπιό), Γιάννης Δρόλαπας (ή Θρολοπιάς, 30 χρονών και παίζει ηλεκτρική κιθάρα), Δημήτρης Δασκαλοθανάσης (κουνιάδος του «Τζιμάκου», γιατί παίζει μπάσο), Βαγγέλης Σβάρνας (είναι από την Καρδίτσα και παίζει σαξόφωνο) κι εγώ (Τζίμης Πανούσης ή Τζιμάκος που τραγουδά, αλλά δική μου δουλειά είναι ζογκλέρ).

ΠΡΟΣΠΑΘΟΥΜΕ να παρουσιάσουμε μ’ έναν ελληνικό χαρακτήρα αυτό που λέγεται μουσική ροκ. Επειδή τον χαρακτήρα της κάθε καλλιτεχνικής κίνησης δεν τον δίνουν οι καλλιτέχνες αλλά ο Τύπος και τ’ άλλα μέσα ενημέρωσης, κάνουμε μια συνεχή προσπάθεια να ξεφύγουμε από το «πρόσωπο» που θέλουν σώνει και καλά να μας πλασάρουν. Πράγμα που είναι σχεδόν ανέφικτο, γι’ αυτό και η δουλειά του καλλιτέχνη είναι πολύ δύσκολη και μαζί με τους σοβατζήδες είναι από τις πιο αδικημένες τάξεις. Κατά τους καλλιτεχνικούς συντάκτες πρέπει οπωσδήποτε να επαναληφθεί η πετυχημένη, κατά τη γνώμη τους, μουσική σκηνή ροκ της Αμερικής και της Ευρώπης της περασμένης δεκαετίας, μαζί μ’ όλα αυτά που κουβαλάει, δηλαδή τα ναρκωτικά, τις παραθρησκευτικές οργανώσεις και την… ΚΝΕ.

Η ΚΝΕ, επειδή την έχει πάθει και θα την παθαίνει επανειλημμένα από την ανάπτυξη του κινήματος ροκ, έχει μια δογματική στάση απέναντί του, γιατί όπως πολλοί ξέρουν ένας μεγάλος αριθμός από τους σημερινούς «τζάνκις» είναι πρώην οπαδοί της. Φαντάσου ότι το δίσκο μας τον έχουν κατεβάσει για «κριτική» στις… βάσεις.

Και σ’ ένα ολοσέλιδο δημοσίευμα του «Οδηγητή» με τίτλο «Η φασιστική ομάδα με το επώνυμο Μουσικές Ταξιαρχίες» ανέφερε ότι το συγκρότημα το αποτελούν κουρεμένοι φασίστες, μ’ αγκυλωτούς σταυρούς, και η δουλειά που κάνει είναι μια προπαγάνδα υπέρ της ηρωίνης, με στοιχεία από το πρόγραμμά μας που δήθεν παρακολούθησε ο συντάκτης, αλλά βγάζοντας όλα αυτά από το μυαλό του. Για τους Κνίτες της επαρχίας που δε μας έχουν δει, τους ζητάμε ν’ ακούσουν το δίσκο μας (παρά την απαγόρευση του εισαγγελέα, με μια πρόσφατη απόφαση ο δίσκος μας κυκλοφορεί ελεύθερα μέχρι να γίνει η δίκη) και να δουν τις φάτσες μας. Μετά να κοιτάξουν τη φάτσα του καθοδηγητή της οργάνωσής τους και ν’ αναρωτηθούν ποιος μοιάζει για φασίστας. Παρ’ όλα αυτά δε σου κρύβω ότι εγώ προσωπικά ψηφίζω ΚΚΕ και δαγκωτό Εφραιμίδη.

ΕΝΤΕΛΩΣ τυχαία κάνουμε μουσική. Δεν έχουμε σκοπό να περιοριστούμε μόνο σ’ αυτήν. Αρχίσαμε ήδη προσπάθειες για κινηματογράφο κι άλλες μορφές τέχνης, όπως το μπιλιάρδο και τις… σούζες.

Συνταγή της επιτυχίας μας είναι ότι λέμε τα πράγματα με τ’ όνομά τους και τα ονόματα με παρατσούκλια. Τους στίχους μας τους χαρακτηρίζει ένα έντονο λεξιλόγιο που αντανακλά το σημερινό ρυθμό και τρόπο ζωής, γιατί όταν πεθαίνουν ανήλικοι από σκληρά ναρκωτικά δε μπορείς να βγαίνεις και να τραγουδάς το μελό «Μαραμένα τα γιούλια κι οι βιόλες». Εμείς δίνουμε τα πράγματα όπως είναι και δεν προπαγανδίζουμε τα ναρκωτικά. Δηλαδή τα τραγούδια μας «Πάρε το χαπάκι σου», «Μόλις μπουκάρω στον τεκέ» ή «Οι εκλογές» κι άλλα δε θέλουν να πουν αυτά που λένε, αλλά άλλα που θα ήθελαν και δε θα μπορούσαν ή θα μπορούσαν να πουν. Ειδικά στο «Πάρε το χαπάκι σου» αναφερόμαστε σε αντισυλληπτικά και αναλγητικά φάρμακα.

ΑΥΤΟΝ τον καιρό το συγκρότημά μας παρουσιάζει στην «Λήδρα», στην Πλάκα, το οπτικοακουστικό θρίλερ «Για μας κελαηδούν τα πουλιά;», που είναι ένα συνοθύλευμα από τραγούδια, κινηματογράφο, φωτεινές διαφάνειες, μαγνητοφωνημένα μέρη και πρόζα. Διαλέξαμε φέτος το θρίλερ γιατί η κατάσταση στη χώρα μας είναι ένα θρίλερ, αφού παρά τις κάποιες ελπίδες μας η κυβέρνηση της Αλλαγής καταφέρνει τη γκραν-γκινιόλ συμφιλίωση κράτους και λαού.

Απογοητευτική κατάσταση για τους καλλιτέχνες, αφού στα πράγματα έρχονται επαρχιώτες (φτωχοί, αλλά με μεταπτυχιακά στην Αμερική και στην Ευρώπη, με πολλά σεξουαλικά προβλήματα και υποτίθεται με κάποια αντιστασιακή συμμετοχή), οι οποίοι, επειδή δεν ξέρουν τη δουλειά που την έκανε επί χρόνια η Δεξιά, έχουν καβαλήσει το καλάμι με την ψευδαίσθηση ότι κάνουν κάθαρση, με αποτέλεσμα ο χαφιεδισμός να αποτελεί σοσιαλιστική εκδήλωση. Φωτεινή… εξαίρεση ο πρόσφατα εκλεγείς δήμαρχος Σπετσών, ο οποίος πήρε τη λαϊκή εντολή αν και έχει καταδικασθεί για παιδεραστία. Όλα αυτά μας αναγκάζουν να κάνουμε πρόγραμμα, γιατί μην ξεχνάμε ότι η δουλειά του καλλιτέχνη είναι επώδυνη, αφού εκτίθεται συνεχώς ανεπανόρθωτα.

Η ΡΕΜΠΕΤΙΚΗ μουσική είναι κάτι αντίστοιχο με τη μουσική ροκ που πάει να δημιουργηθεί τώρα. Η αναβίωση του ρεμπέτικου τραγουδιού που μας δίνει τα τραγούδια όπως τα έλεγαν στη γέννησή τους έχει μόνο μουσειακή αξία· τώρα δε λειτουργούν κοινωνικά. Σήμερα το ελληνικό ροκ, αν καταφέρει να ξεφύγει από τα πρότυπα της Αμερικής και της Ευρώπης (που είναι πολύ ισχυρά, με αποτέλεσμα να υπάρχουν πολλά ελληνικά συγκροτήματα ροκ αλλά που τραγουδάνε με αγγλικό στίχο), τότε θα έχουμε μια αντίστοιχη κατάσταση σαν εκείνη των ρεμπέτικων τραγουδιών. Το ότι λειτουργούν οι σημερινές ρεμπέτικες κομπανίες οφείλεται πρώτα στη μεγάλη αξία των τραγουδιών και κατά δεύτερο λόγο γιατί περνάμε μια μεταβατική περίοδο υποτονικής καλλιτεχνικής δημιουργίας, που έχει σαν αποτέλεσμα την αύξηση της ρετρό διάθεσης των νεοελλήνων. Νομίζω ότι κάποιοι που τραγουδάνε ένα παλιό χασικλίδικο τραγούδι το αποδυναμώνουν τελείως και είναι σαν να τραγουδάνε το «Άσε τα μαλλάκια σου ανακατωμένα».

ΑΡΑΓΕ απ’ αυτή τη συνέντευξη θα καταλάβουν οι αναγνώστες ότι μια ειρωνική διάθεση από μέρους μας είναι για να κάνει πιο φανερές τις «χοντράδες» του Τύπου προς τους αναγνώστες;