Αντί, τεύχος 102, 1 Ιουλίου 1978, σελ. 49
Θεατρική Συντεχνία
Άννυ Θ. Κολτσιδοπούλου
Μέσα σε μια υπερπροσφορά θιασικών εκκινήσεων προς έναν ιδιωτικό πολιτιστικό αγώνα, σταματάμε στη Θεατρική Συντεχνία, λίγο δειγματοληπτικά, λίγο από ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το θέμα και τον τρόπο της έρευνάς της.
Το ιστορικό της εκκίνησης δεν κρύβει κανένα μυστικό και καμιά έκπληξη. Πριν ένα χρόνο, τέσσερεις νέοι ηθοποιοί, αποφασίζουν ν’ ασχοληθούν με λαϊκό θέατρο, από ανάγκη θεατρικής έκφρασης και με σκοπό την ανακάλυψη της θεατρικής τους ταυτότητας.
Σταματούν στον ελληνικό Καραγκιόζη και προσηλώνονται στο μεγάλο και παμπάλαιο θέμα της δρακοντοκτονίας, την πράξη – συμβόλαιο για την επαναφορά της τάξης του κόσμου. Τους απασχολεί ο δρακοντοκτόνος ήρωας ή διεκπεραιωτής, μέχρι που διαπιστώνουν πως στο ελληνικό θεματολόγιο υπάρχουν δύο διαφορετικές μορφές δρακοντοκτονίας: Πρώτα, στα ελληνικά ευετηριακά δρώμενα και συγκεκριμένα στο δρώμενο του Άη Γιώργη κι ύστερα στα ρομαντικά αστικά μυθιστορήματα, όπου δρακοντοκτόνος είναι ο Μεγαλέξανδρος, αυτός που σμικρυμένος κι έντονα απομυθοποιημένος εμφανίζεται και στον Καραγκιόζη. Στην πρώτη μορφή, του Άη-Γιώργη, έχουμε ένα δρώμενο με παγανιστικές καταβολές, μια επιμειξία στοιχείων διονυσιακής και χριστιανικής λατρείας, απ’ όπου διαφαίνονται οι ανάγκες κι οι λαχτάρες των ανθρώπων της υπαίθρου: Να τρέξει νερό, το μεγάλο γονιμοποιό στοιχείο. Το δρώμενο σώζεται μέχρι σήμερα, αλλά όπως κάθε τελετουργία, κάθε λατρευτική σύμβαση, τείνει να διαλυθεί.
Στη δεύτερη μορφή, όπως την βλέπουν οι κάτοικοι των πόλεων, υπάρχει αντίθετα μια ανίερη αντιμετώπιση του θέματος. Η Θεατρική Συντεχνία προσπάθησε να μελετήσει τις διαφορές του «κατ’ αγρούς» και «κατ’ άστυ» δρακοντοκτόνου και μέσα απ’ την εντόπιση αυτών των διαφορών «έκτισε» μια υπόθεση, ένα σενάριο. Η βασική διαφορά είναι πως, αντίθετα με τον δρακοντοκτόνο της υπαίθρου, ο δρακοντοκτόνος της πολιτείας είναι με το μέρος της εξουσίας. Μοτίβο λοιπόν γίνεται η σύγκρουση ανάμεσα στους αγρότες και στους «αστικούς». Η σύγκρουση ανάμεσα στην αρχαϊκή τελετουργία και στον φλύακά της. Οι «αστικοί», δηλ. οι κάτοικοι των πόλεων, είναι ένα μπουλούκι με νοοτροπία πόλης που επωμίζεται ακούσια τον καραγκιοζίστικο κώδικα, μια κι αυτός έχει την ίδια προέλευση. Η σύγκρουση περνάει μέσα από πάρα πολλά επίπεδα ώσπου να καταλήξει σ’ ένα συμπέρασμα: Αγρότες ίσον δρακοντοκτόνοι, Μπουλουκτσήδες ίσον σφετεριστές.
Η υπόθεση κι η δραματουργική επεξεργασία της σύγκρουσης είναι απλή: Σ’ ένα χωριό παίζεται το δρώμενο του Άη Γιώργη. Έρχεται η στιγμή που οι χωρικοί φεύγουν για να πάνε να πάρουν τις άγιες εικόνες. Τότε ακριβώς εισβάλλει ένα μπουλούκι θεατρίνων, που λόγω της ιδιαίτερης μέρας είναι αναγκασμένο ν’ αλλάξει το ρεπερτόριό του και να παίξει «πρίμα βίστα» ένα σχετικό έργο: «Τον Μεγαλέξαντρο και το καταραμένο φίδι», απ’ το καραγκιοζίστικο ρεπερτόριο. Όταν επιστρέφουν οι χωριάτες, το έργο γίνεται δεκτό, η παράσταση αρχίζει. Το έργο παίζεται μέχρι τη στιγμή της εμφάνισης του Μεγαλέξαντρου, οπότε ο αρχιμίμος Άη Γιώργης του δρώμενου επεμβαίνει κι αναλαμβάνει αυθόρμητα τον ρόλο του δρακοντοκτόνου, δίχως ταυτότητα, επειδή θεωρεί τους ανθρώπους των πόλεων ανίκανους να σκοτώσουν θηρία. Εδώ αρχίζει η μεγάλη σύγκρουση: «Πώς σκοτώνονται τα θεριά» και «ποιος σκοτώνει τα θεριά». Το έργο εξελίσσεται όπως και στο Θέατρο Σκιών μέχρι τη στιγμή που ο Μεγαλέξαντρος επιστρέφει για να εισπράξει τα τρόπαια του κατορθώματός του που αρχικά είχε αρνηθεί, γιατί αντιλαμβάνεται πως ο Καραγκιόζης τα διεκδικεί. Από δω και πέρα αρχίζει μια σύγκρουση ανάμεσα στους χωρικούς και τους θεατρίνους, που καταλήγει στη συνειδητοποίηση της διαφοροποίησης του ανθρώπου της υπαίθρου, στη διάλυση του δρώμενου και στην τουριστικοποίησή του. Οι Μπουλουκτσήδες αποχωρούν, τραβώντας γι’ άλλο χωριό, και μη έχοντας αντιληφθεί τίποτε από τη διαλυτική τους επέμβαση. Θα μείνει ένα απλό επεισόδιο στα προφορικά τους απομνημονεύματα.
